JavaScript must be enabled in order for you to see "WP Copy Data Protect" effect. However, it seems JavaScript is either disabled or not supported by your browser. To see full result of "WP Copy Data Protector", enable JavaScript by changing your browser options, then try again.
ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΜΑΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ.

ΟΜΙΛΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΡΟΒΑΤΑ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΘΗΝΑ – ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ  -  ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ 44 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΤΗΛ.ΚΕΝΤΡΟ: 2310 270 580 – FAX: 2310 233 821 – E-MAIL: INFO@PROVATASLAW.GR

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΥΠΟ ΟΡΟΥΣ

Σύμφωνα με τα άρθρα 99 και 100 ΠΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν.3904/2010, αν κάποιος δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων πράξεων. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.

Σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη, και εφόσον πληρείται η ανωτέρω προϋπόθεση της μη προηγούμενης καταδίκης για πλημμέλημα ή κακούργημα σε ποινή συνολικά ή αθροιστικά άνω του ενός έτους (δηλαδή λευκό ή οιονεί λευκό ποινικό μητρώο) το δικαστήριο διατάσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη , εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Η επιμέλεια και επιτήρηση από τον επιμελητή κοινωνικής αρωγής περιλαμβάνει εβδομαδιαίες συνεδρίες με τον καταδικασμένο, ατομικά ή μαζί με άλλους καταδικασμένους για ανάλογα εγκλήματα, στο πλαίσιο των οποίων επιχειρείται η συνειδητοποίηση της βαρύτητας των πράξεων που τέλεσε, η ανάδειξη των συνεπειών τους, η αναζήτηση των αιτίων που οδήγησαν στο έγκλημα αλλά και των προτάσεων για τη μη επανάληψη του. Στα καθήκοντα του επιμελητή ανήκει επίσης η επίβλεψη για την εκπλήρωση των όρων που επιβάλλει το δικαστήριο και η υποβολή ανά εξάμηνο σχετικής έκθεσης στον αρμόδιο εισαγγελέα. Με τον ίδιο τρόπο αναφέρει αμέσως κάθε σοβαρή παραβίαση των όρων που έχουν τεθεί στον καταδικασμένο.

Το δικαστήριο με την απόφαση για αναστολή υπό επιτήρηση, γνωστοποιεί σε εκείνον που καταδικάστηκε τους όρους υπό τους οποίους του παρέχεται, και οι οποίοι, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μπορεί να είναι: α) Η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στο θύμα της αξιόποινης πράξης, β) Η υποχρέωση του καταδικασμένου να εμφανίζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένει, γ) Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος, αν η πράξη συνιστά σοβαρή παραβίαση των κανόνων οδήγησης, δ) Η απαγόρευση απομάκρυνσης του καταδικασμένου χωρίς άδεια από το συνήθη τόπο διαμονής του ή από άλλον τόπο που θα ορίσει το δικαστήριο. Η άδεια απομάκρυνσης, που πρέπει να είναι έγγραφη και προσωρινής ισχύος, χορηγείται στον καταδικασμένο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μετά από πρόταση του επιμελητή κοινωνικής αρωγής, αποκλειστικά για λόγους εργασίας, σπουδών, υγείας ή οικογενειακούς, ε) Η αφαίρεση διαβατηρίου ή άλλου ισοδύναμου ταξιδιωτικού εγγράφου και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εκτός αν έχει χορηγηθεί και στην περίπτωση αυτή, κατά τα αναφερόμενα υπό το στοιχείο δ`, άδεια εξόδου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. στ) Η απαγόρευση προσέγγισης ή επικοινωνίας με ορισμένα πρόσωπα, ζ) Η εκπλήρωση υποχρεώσεων του καταδικασμένου για διατροφή ή επιμέλεια προς άλλα πρόσωπα, η) Η υποβολή του καταδικασμένου σε θεραπεία ή ειδική μεταχείριση και η διαμονή αυτού σε ορισμένο ίδρυμα, θ) Η προσφορά ποσού, ύψους μέχρι δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ σε κοινωφελές ίδρυμα. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.

Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής αυτός που καταδικάστηκε παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί και την υποχρέωση συμμετοχής στις συνεδρίες που οργανώνει ο επιμελητής κοινωνικής αρωγής, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ύστερα από αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα, κρίνει αν πρέπει να διατάξει την ανάκληση της αναστολής. Αν το δικαστήριο αυτό είναι μικτό ορκωτό δικαστήριο ή μικτό ορκωτό εφετείο, αρμόδιο είναι το τριμελές και πενταμελές εφετείο αντίστοιχα. Η άρση της αναστολής διατάσσεται αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι παραβιάσεις είναι σε αριθμό και σοβαρότητα τόσο σημαντικές, ώστε να απαιτείται πλέον η έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής για να αποτραπεί ο καταδικασμένος από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

 

Το κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμόδιο δικαστήριο, μετά από αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα ή εκείνου που καταδικάστηκε, μπορεί να αποφασίσει την τροποποίηση των όρων, τη σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου επιτήρησης ή και την πλήρη κατάργηση της επιτήρησης με παράλληλη διατήρηση της αναστολής της ποινής, εφόσον κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από τη γενικότερη διαγωγή του καταδικασμένου κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής. Νέα αίτηση του καταδικασμένου μπορεί να υποβληθεί μετά πάροδο εξαμήνου από την απόρριψη της προηγούμενης.

 

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ

Η μη εκτέλεση ποινής στην έκτιση της οποίας καταδικάζεται ο κατηγορούμενος, ονομάζεται διάστημα αναστολής. Η αναστολή της ποινής δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τρία και ανώτερο από πέντε χρόνια. Η αναστολή αποφασίζεται από το δικαστήριο που επέβαλε την ποινή, εφόσον ισχύουν οι όροι και οι προϋποθέσεις του νόμου.

 

Την αναστολή της ποινής ρυθμίζουν τα άρθρα 99 έως 104 του Ποινικού Κώδικα.

 

1. Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή

πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με

μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά

το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία

έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της

ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και

ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην

αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82

είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων

αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη

διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί

από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.».

*** Η παρ.1,όπως είχε αντικατασταθεί διαδοχικά με την παρ.2 άρθρ.1

Ν.2207/1994 (ΦΕΚ Α 65) και παρ.3 άρθρ.2 Ν.2479/1997, ΦΕΚ Α 67,

αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 Ν.3904/2010,ΦΕΚ Α` 218/23.12.2010.

«2. Αν αλλοδαπός, στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο,

καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και

διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλασή του από τη χώρα, το δικαστήριο

μπορεί να διατάξει την επ` αόριστο αναστολή της εκτέλεσης της ποινής

κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρων 100 έως 102

του παρόντος Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση.

Η αναστολή και η απέλαση δεν κωλύονται από τη μη καταβολή των

δικαστικών εξόδων και της χρηματικής ποινής που τυχόν επιβλήθηκε».

*** Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το εδάφ.α`παρ.4

άρθρ.1 Ν.2408/1996 (Α 104),με το εδάφ.β`δε αυτής ορίζεται ότι:

«β) Αλλοδαποί, που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν

ποινή Φυλάκισης, μπορούν να ζητήσουν από το συμβούλιο πλημμελειοδικών του

τόπου έκτισης της ποινής τους από την άμεση εφαρμογή της παρ. 2 του

άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με τον παρόντα

νόμο. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και αυτεπάγγελτα από τον

εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής».
«γ. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής επέρχεται με την

πραγματοποίηση της απέλασης του αλλοδαπού από τη χώρα. Στην περίπτωση

αυτήν ο χρόνος κράτησής του, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 74 του

Ποινικού Κώδικα, αφαιρείται από την ποινή που έχει ανασταλεί.»

*** Το εδάφιο γ`προστέθηκε με το άρθρο 13 Ν.2721/1999 Α 112/3.6.1999

«3. Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα

ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού

Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο

χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται».

*** Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρου 20

Ν.2331/1995, ΦΕΚ Α 173/24-8-1995 Εναρξη ισχύος,κατά το άρθρο 25,

δέκα ημέρες μετά την δημοσίευση του νόμου στην Εφημ.της Κυβερν.

» Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του

προηγούμενου εδαφίου σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο

με Ελληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και

σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής.»

*** Το άνω εδάφιο προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.20 Ν.2521/1997

ΦΕΚ Α 174/1-9-1997.

«Η πιο πάνω απόφαση λαμβάνεται μετά από γνώμη του κατά το άρθρο 74

παράγραφος 3 τριμελούς συμβουλίου.»

*** Το τελευταίο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με την παρ.4 άρθρ.6

Ν.3090/2002,ΦΕΚ Α 329/24.12.2002.

4. Ο αλλοδαπός της προηγούμενης παραγράφου, που εισέρχεται ή

επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα, τιμωρείται με ποινή

φυλακίσεως τολάχιστο δύο ετών, η οποία δεν αναστέλλεται με κανέναν

τρόπο και εκτελείται αθροιστικώς με την ανασταλείσα ποινή.

***Το άρθρο 99 αντικαταστάθηκε ως άνω δια του άρθρου 3 του Ν. 1941/

1991, ΦΕΚ Α 41, η δε εντός » » φράση της παρ. 1 αντικατεστάθη

ως έχει, δια του άρθρου 19 του Ν. 1968/1991, ΦΕΚ Α 150.

«5. Αν ο αλλοδαπός έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο την ποινή του και η

απέλασή του που έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση δεν είναι δυνατή, η

απέλαση αναστέλλεται με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου του τόπου

έκτισης της ποινής ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα που εποπτεύει το οικείο

κατάστημα Κράτησης και όπου αυτός δεν υπάρχει του εισαγγελέα που είναι

αρμόδιος για την εκτέλεση της ποινής. Κατά τη χορήγηση της αναστολής το

δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2

του άρθρου 100Α ή ορισμένους από αυτούς. Αν εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν

την αναστολή της απέλασης, η απόφαση για τη χορήγησή της ανακαλείται με την

ίδια διαδικασία.»

Αναστολή σε ποινές άνω των τριών ετών.

Αναστολή υπό επιτήρηση

1. Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή Φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και

συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παράγραφος 1, το

δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό

την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο

διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε

έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της

αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να

αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

2. Η επιμέλεια και επιτήρηση από τον επιμελητή κοινωνικής αρωγής

περιλαμβάνει εβδομαδιαίες συνεδρίες με τον καταδικασμένο, ατομικά ή μαζί με

άλλους καταδικασμένους για ανάλογα εγκλήματα, στο πλαίσιο των οποίων

επιχειρείται η συνειδητοποίηση της βαρύτητας των πράξεων που τέλεσε, η

ανάδειξη των συνεπειών τους, η αναζήτηση των αιτίων που οδήγησαν στο έγκλημα

αλλά και των προτάσεων για τη μη επανάληψη του. Στα καθήκοντα του επιμελητή

ανήκει επίσης η επίβλεψη για την εκπλήρωση των όρων που επιβάλλει το

δικαστήριο και η υποβολή ανά εξάμηνο σχετικής έκθεσης στον αρμόδιο

εισαγγελέα. Με τον ίδιο τρόπο αναφέρει αμέσως κάθε σοβαρή παραβίαση των όρων

που έχουν τεθεί στον καταδικασμένο.

3. Το δικαστήριο με την απόφαση για Αναστολή υπό επιτήρηση, γνωστοποιεί σε

εκείνον που καταδικάστηκε τους όρους υπό τους οποίους του παρέχεται, και οι

οποίοι, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μπορεί να είναι: α) Η αποκατάσταση της

ζημίας που προκλήθηκε στο θύμα της αξιόποινης πράξης, β) Η υποχρέωση του

καταδικασμένου να εμφανίζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές

αρχές του τόπου όπου διαμένει, γ) Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για χρονικό

διάστημα μέχρι ένα έτος, αν η πράξη συνιστά σοβαρή παραβίαση των κανόνων

οδήγησης, δ) Η απαγόρευση απομάκρυνσης του καταδικασμένου χωρίς άδεια από το

συνήθη τόπο διαμονής του ή από άλλον τόπο που θα ορίσει το δικαστήριο. Η

άδεια απομάκρυνσης, που πρέπει να είναι έγγραφη και προσωρινής ισχύος,

χορηγείται στον καταδικασμένο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μετά από

πρόταση του επιμελητή κοινωνικής αρωγής, αποκλειστικά για λόγους εργασίας,

σπουδών, υγείας ή οικογενειακούς, ε) Η αφαίρεση διαβατηρίου ή άλλου

ισοδύναμου ταξιδιωτικού εγγράφου και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εκτός

αν έχει χορηγηθεί και στην περίπτωση αυτή, κατά τα αναφερόμενα υπό το

στοιχείο δ`, άδεια εξόδου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. στ)

Η απαγόρευση προσέγγισης ή επικοινωνίας με ορισμένα πρόσωπα, ζ) Η εκπλήρωση

υποχρεώσεων του καταδικασμένου για διατροφή ή επιμέλεια προς άλλα πρόσωπα, η)

Η υποβολή του καταδικασμένου σε θεραπεία ή ειδική μεταχείριση και η διαμονή

αυτού σε ορισμένο ίδρυμα, θ) Η προσφορά ποσού, ύψους μέχρι δέκα χιλιάδων

(10.000) ευρώ σε κοινωφελές ίδρυμα. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν

μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.

4. Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής αυτός που καταδικάστηκε

παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί και την υποχρέωση συμμετοχής στις

συνεδρίες που οργανώνει ο επιμελητής κοινωνικής αρωγής, το δικαστήριο που

εξέδωσε την απόφαση, ύστερα από αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα, κρίνει αν

πρέπει να διατάξει την ανάκληση της αναστολής. Αν το δικαστήριο αυτό είναι

μικτό ορκωτό δικαστήριο ή μικτό ορκωτό εφετείο, αρμόδιο είναι το τριμελές και

πενταμελές εφετείο αντίστοιχα. Η άρση της αναστολής διατάσσεται αν το

δικαστήριο κρίνει ότι οι παραβιάσεις είναι σε αριθμό και σοβαρότητα τόσο

σημαντικές, ώστε να απαιτείται πλέον η έκτιση της στερητικής της ελευθερίας

ποινής για να αποτραπεί ο καταδικασμένος από την τέλεση άλλων αξιόποινων

πράξεων.

5. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο, μετά από αίτηση του

αρμόδιου εισαγγελέα ή εκείνου που καταδικάστηκε, μπορεί να αποφασίσει την

τροποποίηση των όρων, τη σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου επιτήρησης ή και

την πλήρη κατάργηση της επιτήρησης με παράλληλη διατήρηση της αναστολής της

ποινής, εφόσον κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από τη γενικότερη διαγωγή του

καταδικασμένου κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής. Νέα αίτηση του

καταδικασμένου μπορεί να υποβληθεί μετά πάροδο εξαμήνου από την απόρριψη της

προηγούμενης».

*** Ο τίτλος και το άρθρο 100,όπως είχαν τροποποιηθεί με την

παρ.3 άρθρου 1 Ν.2207/1994 (ΦΕΚ Α 65),αντικαταστάθηκαν ως άνω

με το άρθρο 3 Ν.3904/2010,ΦΕΚ Α` 218/23.12.2010.
«Αναστολή υπό επιτήρηση

Αρθρο 100Α

«1. Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή Φυλάκισης μεγαλύτερη των

τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και

100 του Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή

εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση

επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να

είναι κατώτερο από τρια και ανώτερο από πέντε έτη».

***Η παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.4 του άρθρου 1 του

Ν.2207/1994 (ΦΕΚ Α 65)

2. Οι όροι εκτός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 100

παρ. 3, μπορεί να αφορούν τον τρόπο διαβίωσης και τον τόπο διαμονής

του καταδικασμένου.

Οι όροι αυτοί μπορεί να συνίστανται ιδίως:

α) στην απαγόρευση απομάκρυνσης του καταδικασμένου χωρίς άδεια

από το συνήθη τόπο διαμονής του ή από άλλον τόπο που θα ορίσει το

δικαστήριο. Η άδεια απομάκρυνσης, που πρέπει να είναι έγγραφη και

προσωρινής ισχύος, χορηγείται στον καταδικασμένο από τον εισαγγελέα

πλημμελειοδικών, μετά από πρόταση του επιμελητή κοινωνικής αρωγής,

αποκλειστικά για λόγους εργασίας, σπουδών, υγείας ή οικογενειακούς,

β) στην αφαίρεση δαβατηρίου ή άλλου ισοδύναμου ταξιδιωτικού

εγγράφου και την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εκτός αν έχει

χορηγηθεί και στην περίπτωση αυτήν, κατά τα αναφερόμενα υπό στοιχείο

(α), άδεια εξόδου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα,

γ) στην υποχρέωση του καταδικασμένου να εμφανίζεται κατά τακτά

χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένει ή

στα γραφεία της υπηρεσίας επιμελητών κοινωνικής αρωγής,

δ) στην αφαίρεση της άδειας οδήγησης για ορισμένο χρονικό

διάστημα 1 έως 5 ετών, αν η πράξη του συνιστά παράβαση των

καθηκόντων του ως οδηγού οχήματος,

ε) στην απαγόρευση να συναναστρέφεται ορισμένα πρόσωπα,

στ) στην εκπλήρωση υποχρεώσεων του καταδικασμένου για διατροφή

ή επιμέλεια προς άλλα πρόσωπα.

3. Επίσης το δικαστήριο δύναται να θέσει ως όρους την τήρηση

υποχρεώσεων που εκούσια αναλαμβάνει ο καταδικασμένος, όπως:

α) Να υποβληθεί σε θεραπεία ή ειδική μεταχείρηση.

β) Να διαμένει σε ορισμένο ίδρυμα.

γ) Να παρέχει κοινωφελή εργασία.

4. Ο επιμελητής κοινωνικής αρωγής επιβλέπει την εκπλήρωση των

όρων και υποβάλλει ανά τρίμηνο έκθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα. Με τον

ίδιο τρόπο αναφέρει αμέσως κάθε σοβαρή παραβίαση των όρων που έχουν

τεθεί στον καταδικασμένο.

5. Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής ο

καταδικασμένος παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί, το

δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ύστερα από αίτηση του αρμοδίου

εισαγγελέα, κρίνει, αν πρέπει να διατάξει την άρση της αναστολής. Αν

το δικαστήριο αυτό είναι μικτό ορκωτό δικαστήριο ή μικτό ορκωτό

εφετείο, αρμόδιο είναι το τριμελές και πενταμελές εφετείο αντίστοιχα.

Η άρση της αναστολής διατάσσεται αν το δικαστήριο κρίνει ότι

οι παραβιάσεις είναι σε αριθμό και σοβαρότητα τόσο σημαντικές, ώστε να

απαιτείται πλέον η έκτιση της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής για

να αποτραπεί ο καταδικασμένος από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

6. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο μετά από

αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα ή του καταδικασμένου μπορεί να

αποφασίσει την τροποποίηση των όρων, τη σύντμηση ή επιμήκυνση του

χρόνου επιτήρησης ή και την πλήρη κατάργηση της επιτήρησης με

παράλληλη διατήρηση της αναστολής της ποινής σύμφωνα με τις διατάξεις

των άρθρων 99 επ. Π.Κ., εφ` όσον κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από τη

γενικότερη διαγωγή του καταδικασμένου κατά τη διάρκεια της αναστολής

της ποινής. Νέα αίτηση του καταδικασμένου μπορεί να υποβληθεί μετά

πάροδο εξαμήνου από της απορρίψεως της προηγουμένης.

7. Οι διατάξεις των άρθρων 101 και 102 Π.Κ. εφαρμόζονται και

στην Αναστολή υπό επιτήρηση».
***Το άρθρο 100Α προσετέθη ως άνω δια του άρθρ. 4 του Ν. 1941/1991,

ΦΕΚ Α 41.

«8. Μέχρις ότου λειτουργήσει ο Κλάδος Επιμελητών Κοινωνικής

Αρωγής,που προβλέπεται από τα άρθρα 15-17 του ν. 1941/1991, τα καθήκοντα

επιβλέψεως των όρων ασκούνται από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου, που

εξέδωσε την απόφαση για την Αναστολή υπό επιτήρηση».

***Η παρ. 8 προστέθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 1 του Ν. 2145/1993

(ΦΕΚ Α 88).

***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Κατά το άρθρο 29, παρ.3,4,5, του Ν.1941/1991 (Α 41):

«3. Οι διατάξεις των παρ. 6, 7, 8 (εδάφια α`, γ`) και 9 του άρθρου

82 Π.Κ., όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, θα αρχίσουν να

ισχύουν ευθύς ως εκδοθούν οι προβλεπόμενες στο δ` εδάφιο της παρ. 8

του ίδιου άρθρου υπουργικές αποφάσεις και οι διατάξεις του άρθρου

«100α» ευθύς ως εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα, που προβλέπεται στην

παρ. 3 του άρθρου 15 του κεφαλαίου Γ` «Σύσταση κλάδου και θέσεων

επιμελητών κοινωνικής αρωγής».

4. Κατά τα πρώτα τρία χρόνια από της ενάρξεως της ισχύος αυτού του

νόμου οι Υ.Ε.Κ.Α. θα λειτουργήσουν μόνο στα Πρωτοδικεία Αθηνών,

Πειραιά, Θεσσαλονίκης και Χανίων. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, οι

επιβαλλόμενες ποινές φυλακίσεως που έχουν μετατραπεί σε παροχή

κοινωνικής εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 82 Π.Κ. ή με τον όρο της

αναστολής υπό επιτήρηση, σύμφωνα με το άρθρο «100α» Π.Κ., εκτελούνται

μόνο στις περιφέρειες αυτών των Πρωτοδικείων.

5. Μέχρι να συσταθούν τα δικαστήρια και οι θέσεις δικαστών

εκτέλεσης ποινών, οι αρμοδιότητές τους ασκούνται από τα πρωτοδικεία

και τους εισαγγελείς πρωτοδικών αντίστοιχα.»

Αρθρο 101

1.Αν μετά τη χορήγηση της αναστολής, αλλά κατά τη διάρκειά

της, αποδειχθεί ότι αυτός που την έλαβε είχε προηγουμένως καταδικαστεί

αμετακλήτως σε στερητική της ελευθερίας ποινή για κάποια από τις

πράξεις που ορίζει το άρθρο 99, το δικαστήριο με αίτηση του εισαγγελέα

ανακαλεί την αναστολή που χορηγήθηκε.

2. Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής, καταστεί αμετάκλητη μία

καταδίκη για κάποια από τις πράξεις αυτές που τελέστηκε πριν από τη

δημοσίευση της απόφασης για την αναστολή, η αναστολή θεωρείται ότι δεν

χορηγήθηκε. Η ποινή που είχε ανασταλεί εκτελείται σύμφωνα με τις

διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1, εκτός αν το δικαστήριο,

απαγγέλοντας τη νέα καταδίκη, ρητά διατάξει με την ίδια απόφαση να

διατηρηθεί η αναστολή, λόγω της ελαφράς φύσης του πλημμελήματος για το

οποίο απαγγέλθηκε η νέα καταδίκη. Το ίδιο ισχύει και αν μετά την

πάροδο του χρόνου της αναστολής επακολούθησε καταδίκη ή άρχισε ποινική

δίωξη για πράξη που είχε τελεστεί πριν από την αναστολή, αμέσως μόλις

καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη για την πράξη αυτή.

Αρση της αναστολής

Αρθρο 102

1. Αν κατά το διάστημα της αναστολής ο καταδικασμένος

καταδικαστεί και πάλι σε ποινή στερητική της ελευθερίας για κακούργημα

ή πλημμέλημα που τελέστηκε κατά τη διάρκεια της αναστολής, η αναστολή

αίρεται μόλις καταστεί αμετάκλητη η νέα καταδίκη. Η ποινή που

επιβλήθηκε με τη νέα καταδίκη εκτελείται στη συνέχεια μετά την ποινή

που είχε ανασταλεί, εκτός αν λόγω της ελαφράς φύσης του πλημμελήματος

που αφορά η νέα καταδίκη το δικαστήριο με την ίδια απόφαση ρητά

διατάξει να μην αρθεί η αναστολή.

2. Αν η αναστολή δεν αρθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω ή δεν

ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101, η ποινή που είχε

ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί.

Δικαστικές δαπάνες, αποζημιώσεις και παρεπόμενες ποινές

Αρθρο 104

1. Η αναστολή της ποινής δεν απαλλάσσει τον καταδικασμένο από

την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και την αστική αποζημίωση και την

χρηματική ικανοποίηση.

2. Οι παρεπόμενες της ποινής στερήσεις δικαιωμάτων και

ανικανότητες αναστέλλονται και εξαλείφονται μαζί με την κύρια ποινή.

Αν πρόκειται όμως για στερήσεις ή ανικανότητες σε βάρος δημοσίων

υπαλλήλων (άρθρο 263), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μην

ανασταλούν.

 

ΠΑΡΕΧΟΥΜΕ ΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΜΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
Οι μελέτες έχουν συνταχθεί από τους δικηγόρους : Σωκράτη Προβατά, Μαριάννα Αθανασάκη, Γιώργο Φλόκα, Θεόδωρο Τσιφτσή, Χαράλαμπο Χάχαλη, Γιώργο Τζίκα, Βασίλη Λουβραδιώτη, Φωτιάδη Λεωνίδα, Έλλη Τατσιώκα, Στατήρη Σπυρίδωνα, Αικατερίνη Νίγδελη και Ντέτυ Ζέλλιου
ΟΜΙΛΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΡΟΒΑΤΑ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΘΗΝΑ - ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
Κεντρικά γραφεία
Μητροπόλεως 44, Τ.Κ. 54622 Θεσσαλονίκη
Τηλ. Κέντρο: 2310 270 580, Fax: 2310 233 821
Τηλ Άμεσης Εξυπηρέτησης: 6932 212-338
E-mail: info @ provataslaw.gr
Γραφείο Αθηνών
Τηλ. 6932 212-338

Κατασκευή και προώθηση ιστοσελίδας
ThesSite.gr