JavaScript must be enabled in order for you to see "WP Copy Data Protect" effect. However, it seems JavaScript is either disabled or not supported by your browser. To see full result of "WP Copy Data Protector", enable JavaScript by changing your browser options, then try again.
ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΜΑΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ.

ΟΜΙΛΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΡΟΒΑΤΑ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΘΗΝΑ – ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ  –  ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ 44 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΤΗΛ.ΚΕΝΤΡΟ: 2310 270 580 – FAX: 2310 233 821 – E-MAIL: INFO@PROVATASLAW.GR

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΥΠΟ ΟΡΟΥΣ

Σύμφωνα με τα άρθρα 99 και 100 ΠΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν.3904/2010, αν κάποιος δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων πράξεων. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.

Σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη, και εφόσον πληρείται η ανωτέρω προϋπόθεση της μη προηγούμενης καταδίκης για πλημμέλημα ή κακούργημα σε ποινή συνολικά ή αθροιστικά άνω του ενός έτους (δηλαδή λευκό ή οιονεί λευκό ποινικό μητρώο) το δικαστήριο διατάσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη , εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Η επιμέλεια και επιτήρηση από τον επιμελητή κοινωνικής αρωγής περιλαμβάνει εβδομαδιαίες συνεδρίες με τον καταδικασμένο, ατομικά ή μαζί με άλλους καταδικασμένους για ανάλογα εγκλήματα, στο πλαίσιο των οποίων επιχειρείται η συνειδητοποίηση της βαρύτητας των πράξεων που τέλεσε, η ανάδειξη των συνεπειών τους, η αναζήτηση των αιτίων που οδήγησαν στο έγκλημα αλλά και των προτάσεων για τη μη επανάληψη του. Στα καθήκοντα του επιμελητή ανήκει επίσης η επίβλεψη για την εκπλήρωση των όρων που επιβάλλει το δικαστήριο και η υποβολή ανά εξάμηνο σχετικής έκθεσης στον αρμόδιο εισαγγελέα. Με τον ίδιο τρόπο αναφέρει αμέσως κάθε σοβαρή παραβίαση των όρων που έχουν τεθεί στον καταδικασμένο.

Το δικαστήριο με την απόφαση για αναστολή υπό επιτήρηση, γνωστοποιεί σε εκείνον που καταδικάστηκε τους όρους υπό τους οποίους του παρέχεται, και οι οποίοι, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μπορεί να είναι: α) Η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στο θύμα της αξιόποινης πράξης, β) Η υποχρέωση του καταδικασμένου να εμφανίζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένει, γ) Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος, αν η πράξη συνιστά σοβαρή παραβίαση των κανόνων οδήγησης, δ) Η απαγόρευση απομάκρυνσης του καταδικασμένου χωρίς άδεια από το συνήθη τόπο διαμονής του ή από άλλον τόπο που θα ορίσει το δικαστήριο. Η άδεια απομάκρυνσης, που πρέπει να είναι έγγραφη και προσωρινής ισχύος, χορηγείται στον καταδικασμένο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μετά από πρόταση του επιμελητή κοινωνικής αρωγής, αποκλειστικά για λόγους εργασίας, σπουδών, υγείας ή οικογενειακούς, ε) Η αφαίρεση διαβατηρίου ή άλλου ισοδύναμου ταξιδιωτικού εγγράφου και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εκτός αν έχει χορηγηθεί και στην περίπτωση αυτή, κατά τα αναφερόμενα υπό το στοιχείο δ`, άδεια εξόδου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. στ) Η απαγόρευση προσέγγισης ή επικοινωνίας με ορισμένα πρόσωπα, ζ) Η εκπλήρωση υποχρεώσεων του καταδικασμένου για διατροφή ή επιμέλεια προς άλλα πρόσωπα, η) Η υποβολή του καταδικασμένου σε θεραπεία ή ειδική μεταχείριση και η διαμονή αυτού σε ορισμένο ίδρυμα, θ) Η προσφορά ποσού, ύψους μέχρι δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ σε κοινωφελές ίδρυμα. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.

Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής αυτός που καταδικάστηκε παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί και την υποχρέωση συμμετοχής στις συνεδρίες που οργανώνει ο επιμελητής κοινωνικής αρωγής, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ύστερα από αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα, κρίνει αν πρέπει να διατάξει την ανάκληση της αναστολής. Αν το δικαστήριο αυτό είναι μικτό ορκωτό δικαστήριο ή μικτό ορκωτό εφετείο, αρμόδιο είναι το τριμελές και πενταμελές εφετείο αντίστοιχα. Η άρση της αναστολής διατάσσεται αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι παραβιάσεις είναι σε αριθμό και σοβαρότητα τόσο σημαντικές, ώστε να απαιτείται πλέον η έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής για να αποτραπεί ο καταδικασμένος από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

 

Το κατά την προηγούμενη παράγραφο αρμόδιο δικαστήριο, μετά από αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα ή εκείνου που καταδικάστηκε, μπορεί να αποφασίσει την τροποποίηση των όρων, τη σύντμηση ή επιμήκυνση του χρόνου επιτήρησης ή και την πλήρη κατάργηση της επιτήρησης με παράλληλη διατήρηση της αναστολής της ποινής, εφόσον κρίνει ότι αυτό επιβάλλεται από τη γενικότερη διαγωγή του καταδικασμένου κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής. Νέα αίτηση του καταδικασμένου μπορεί να υποβληθεί μετά πάροδο εξαμήνου από την απόρριψη της προηγούμενης.

 

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ

Η μη εκτέλεση ποινής στην έκτιση της οποίας καταδικάζεται ο κατηγορούμενος, ονομάζεται διάστημα αναστολής. Η αναστολή της ποινής δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τρία και ανώτερο από πέντε χρόνια. Η αναστολή αποφασίζεται από το δικαστήριο που επέβαλε την ποινή, εφόσον ισχύουν οι όροι και οι προϋποθέσεις του νόμου.

 

Την αναστολή της ποινής ρυθμίζουν τα άρθρα 99 έως 104 του Ποινικού Κώδικα.

 

1. Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή

πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με

μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά

το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία

έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της

ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και

ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην

αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82

είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων

αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη

διάρκεια της ποινής. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να εξαρτηθεί

από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.”.

*** Η παρ.1,όπως είχε αντικατασταθεί διαδοχικά με την παρ.2 άρθρ.1

Ν.2207/1994 (ΦΕΚ Α 65) και παρ.3 άρθρ.2 Ν.2479/1997, ΦΕΚ Α 67,

αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 Ν.3904/2010,ΦΕΚ Α` 218/23.12.2010.

“2. Αν αλλοδαπός, στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί πολιτικό άσυλο,

καταδικασθεί σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μέχρι πέντε ετών και

διαταχθεί με την ίδια απόφαση η απέλασή του από τη χώρα, το δικαστήριο

μπορεί να διατάξει την επ` αόριστο αναστολή της εκτέλεσης της ποινής

κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου και των άρθρων 100 έως 102

του παρόντος Κώδικα, οπότε εκτελείται αμέσως η απέλαση.

Η αναστολή και η απέλαση δεν κωλύονται από τη μη καταβολή των

δικαστικών εξόδων και της χρηματικής ποινής που τυχόν επιβλήθηκε”.

*** Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το εδάφ.α`παρ.4

άρθρ.1 Ν.2408/1996 (Α 104),με το εδάφ.β`δε αυτής ορίζεται ότι:

“β) Αλλοδαποί, που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν

ποινή Φυλάκισης, μπορούν να ζητήσουν από το συμβούλιο πλημμελειοδικών του

τόπου έκτισης της ποινής τους από την άμεση εφαρμογή της παρ. 2 του

άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με τον παρόντα

νόμο. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί και αυτεπάγγελτα από τον

εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής”.
“γ. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής επέρχεται με την

πραγματοποίηση της απέλασης του αλλοδαπού από τη χώρα. Στην περίπτωση

αυτήν ο χρόνος κράτησής του, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 74 του

Ποινικού Κώδικα, αφαιρείται από την ποινή που έχει ανασταλεί.”

*** Το εδάφιο γ`προστέθηκε με το άρθρο 13 Ν.2721/1999 Α 112/3.6.1999

“3. Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα

ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού

Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο

χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται”.

*** Η παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω από την παρ.4 άρθρου 20

Ν.2331/1995, ΦΕΚ Α 173/24-8-1995 Εναρξη ισχύος,κατά το άρθρο 25,

δέκα ημέρες μετά την δημοσίευση του νόμου στην Εφημ.της Κυβερν.

” Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του

προηγούμενου εδαφίου σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο

με Ελληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και

σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής.”

*** Το άνω εδάφιο προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.20 Ν.2521/1997

ΦΕΚ Α 174/1-9-1997.

“Η πιο πάνω απόφαση λαμβάνεται μετά από γνώμη του κατά το άρθρο 74

παράγραφος 3 τριμελούς συμβουλίου.”

*** Το τελευταίο εδάφιο της παρ.3 προστέθηκε με την παρ.4 άρθρ.6

Ν.3090/2002,ΦΕΚ Α 329/24.12.2002.

4. Ο αλλοδαπός της προηγούμενης παραγράφου, που εισέρχεται ή

επιχειρεί να εισέλθει παράνομα στη χώρα, τιμωρείται με ποινή

φυλακίσεως τολάχιστο δύο ετών, η οποία δεν αναστέλλεται με κανέναν

τρόπο και εκτελείται αθροιστικώς με την ανασταλείσα ποινή.

***Το άρθρο 99 αντικαταστάθηκε ως άνω δια του άρθρου 3 του Ν. 1941/

1991, ΦΕΚ Α 41, η δε εντός ” ” φράση της παρ. 1 αντικατεστάθη

ως έχει, δια του άρθρου 19 του Ν. 1968/1991, ΦΕΚ Α 150.

“5. Αν ο αλλοδαπός έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο την ποινή του και η

απέλασή του που έχει διαταχθεί με δικαστική απόφαση δεν είναι δυνατή, η

απέλαση αναστέλλεται με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου του τόπου

έκτισης της ποινής ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα που εποπτεύει το οικείο

κατάστημα Κράτησης και όπου αυτός δεν υπάρχει του εισαγγελέα που είναι

αρμόδιος για την εκτέλεση της ποινής. Κατά τη χορήγηση της αναστολής το

δικαστήριο μπορεί να επιβάλλει τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2

του άρθρου 100Α ή ορισμένους από αυτούς. Αν εκλείψουν οι λόγοι που επέβαλαν

την αναστολή της απέλασης, η απόφαση για τη χορήγησή της ανακαλείται με την

ίδια διαδικασία.”

Αναστολή σε ποινές άνω των τριών ετών.

Αναστολή υπό επιτήρηση

1. Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή Φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και

συντρέχει στο πρόσωπο του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παράγραφος 1, το

δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό

την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο

διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε

έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της

αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να

αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

2. Η επιμέλεια και επιτήρηση από τον επιμελητή κοινωνικής αρωγής

περιλαμβάνει εβδομαδιαίες συνεδρίες με τον καταδικασμένο, ατομικά ή μαζί με

άλλους καταδικασμένους για ανάλογα εγκλήματα, στο πλαίσιο των οποίων

επιχειρείται η συνειδητοποίηση της βαρύτητας των πράξεων που τέλεσε, η

ανάδειξη των συνεπειών τους, η αναζήτηση των αιτίων που οδήγησαν στο έγκλημα

αλλά και των προτάσεων για τη μη επανάληψη του. Στα καθήκοντα του επιμελητή

ανήκει επίσης η επίβλεψη για την εκπλήρωση των όρων που επιβάλλει το

δικαστήριο και η υποβολή ανά εξάμηνο σχετικής έκθεσης στον αρμόδιο

εισαγγελέα. Με τον ίδιο τρόπο αναφέρει αμέσως κάθε σοβαρή παραβίαση των όρων

που έχουν τεθεί στον καταδικασμένο.

3. Το δικαστήριο με την απόφαση για Αναστολή υπό επιτήρηση, γνωστοποιεί σε

εκείνον που καταδικάστηκε τους όρους υπό τους οποίους του παρέχεται, και οι

οποίοι, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μπορεί να είναι: α) Η αποκατάσταση της

ζημίας που προκλήθηκε στο θύμα της αξιόποινης πράξης, β) Η υποχρέωση του

καταδικασμένου να εμφανίζεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές

αρχές του τόπου όπου διαμένει, γ) Η αφαίρεση της άδειας οδήγησης για χρονικό

διάστημα μέχρι ένα έτος, αν η πράξη συνιστά σοβαρή παραβίαση των κανόνων

οδήγησης, δ) Η απαγόρευση απομάκρυνσης του καταδικασμένου χωρίς άδεια από το

συνήθη τόπο διαμονής του ή από άλλον τόπο που θα ορίσει το δικαστήριο. Η

άδεια απομάκρυνσης, που πρέπει να είναι έγγραφη και προσωρινής ισχύος,

χορηγείται στον καταδικασμένο από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μετά από

πρόταση του επιμελητή κοινωνικής αρωγής, αποκλειστικά για λόγους εργασίας,

σπουδών, υγείας ή οικογενειακούς, ε) Η αφαίρεση διαβατηρίου ή άλλου

ισοδύναμου ταξιδιωτικού εγγράφου και η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εκτός

αν έχει χορηγηθεί και στην περίπτωση αυτή, κατά τα αναφερόμενα υπό το

στοιχείο δ`, άδεια εξόδου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. στ)

Η απαγόρευση προσέγγισης ή επικοινωνίας με ορισμένα πρόσωπα, ζ) Η εκπλήρωση

υποχρεώσεων του καταδικασμένου για διατροφή ή επιμέλεια προς άλλα πρόσωπα, η)

Η υποβολή του καταδικασμένου σε θεραπεία ή ειδική μεταχείριση και η διαμονή

αυτού σε ορισμένο ίδρυμα, θ) Η προσφορά ποσού, ύψους μέχρι δέκα χιλιάδων

(10.000) ευρώ σε κοινωφελές ίδρυμα. Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής δεν

μπορεί να εξαρτηθεί από την προηγούμενη καταβολή των δικαστικών εξόδων.

4. Αν κατά τη διάρκεια της αναστολής της ποινής αυτός που καταδικάστηκε

παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί και την υποχρέωση συμμετοχής στις

συνεδρ