info@provataslaw.gr

2310 270 580

Αρχική // Νέα // Η ποινολογία της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών στην ελληνική δικαστηριακή πραγματικότητα
Η ποινολογία της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών στην ελληνική δικαστηριακή πραγματικότητα

Η ποινολογία της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών στην ελληνική δικαστηριακή πραγματικότητα

   Όταν ο δικαστής καλείται να δικάσει υποθέσεις παραβάσεων του Κώδικα Νόµου για τα Ναρκωτικά, βρίσκεται µπροστά σε ποικίλης προέλευσης διλήµµατα και συγκεκριµένα: α) Οφείλει να εφαρµόσει ένα νόµο µε πολύ αυστηρές κυρώσεις, κλιµακούµενες σε απίστευτα ευρύτατα όρια, λόγω και της εφαρµογής των διατάξεων του Γενικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, για τους λόγους µειώσεως της ποινής και β) Τα πρόσωπα που δικάζει, φέρονται ότι τέλεσαν αδικήµατα σοβαρής επικινδυνότητας, αλλά και ως προς τα οποία η στάση της κοινωνίας του είναι εξόχως αρνητική. Παράλληλα όµως, ορισµένα από τα δικαζόµενα πρόσωπα αποτελούν συγχρόνως και θύµατα του εγκλήµατος για το οποίο κατηγορούνται.

   Ενόψει αυτής της προβληµατικής, ο δικαστής οφείλει να απαντήσει κατά τρόπο εύλογο και δίκαιο, ισορροπώντας ανάµεσα στο ενδεχόµενο έκδοσης µιας ακραίας αυστηρής ή ακραίας επιεικούς απόφασης (βλ. Μ. Μαργαρίτη «Οι ποινικές κυρώσεις στην πράξη: Η έλλογη απάντηση της νοµολογίας ανάµεσα στην αυστηρότητα και την επιείκεια»). Το πρόβληµα του είναι πολυεπίπεδο και πρέπει να λυθεί, αφενός µε την ορθή ερµηνεία και εφαρµογή του πνεύµατος νόµου, την ορθή αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και τέλος µε την επιµέτρηση της ποινής.

   Στο ανωτέρω πλαίσιο, στη νοµική επιστήµη, ως επιείκεια νοείται η γενική προσαρµογή της αντικειµενικότητας του δικαίου στις θεµιτές υποκειµενικές παραµέτρους των εξατοµικευµένων νοµικών ρυθµίσεων, µε απώτερο στόχο τη «γεφύρωση» του θετικού και θετέου δικαίου και κατ' επέκταση τη δηµιουργία καικατοχύρωση κλίµατος εµπιστοσύνης σε όλες τις σχέσεις του πολίτη που ενδιαφέρουν την εκάστοτε έννοµη τάξη. Η έννοια αυτού του όρου, από την άποψη του ∆ικαίου γενικά, εκφράζει τη µέθοδο που οδηγεί στο τι πρέπει να εφαρµοστεί, κάθε φορά, για να καταστεί εφικτή η ορθή δικαιοπολιτικά υπαγωγή της κάθε περίπτωσης στο εφαρµοστέο άρθρο. Με την υιοθέτηση από τον εκάστοτε φυσικό δικαστή µιας επιεικούς στάσης, αφενός επιτυγχάνεται η κάλυψη νοµοθετικών κενών και αφ' ετέρου επιβεβαιώνεται ότι ένας κανόνας δικαίου προσαρµόζεται στις αντιλήψεις περί ∆ικαίου που επικρατούν. Τις θεµελιώδεις έννοιες της πεµπτουσίας της επιείκειας αποτελούν η πολύπλευρη θεώρηση και αξιολόγηση όλων των αποδείξεων και των επιµέρους συνθηκών τέλεσης του εκάστοτε αδικήµατος, η ηπιότητα και το ανθρωπιστικό κριτήριο, στα οποία δίνεται πρωταρχική θέση. Η συνετή εφαρµογή των αρχών αυτών υποδαυλίζει τη λειτουργία του θετικού δικαίου, του οποίου και ισχυροποιεί την αποτελεσµατική ισχύ.

   Πολύ αυστηρή πρέπει να θεωρηθεί, σε πολλές περιπτώσεις, η ερµηνεία και η εφαρµογή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ’ επάγγελµα τέλεσης της πράξης, την έννοια των οποίων στηρίζουν τα δικαστήρια από το άρθρ. 13 περίπτωση στ' του Π.Κ..

   Συγκεκριµένα, µε την παραδοχή κάποιας ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόµενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, τα ανωτέρω εκτεθέντα πλαίσια ποινών του υπό εξέταση αδικήµατος µειώνονται, για µεν τα βασικά εγκλήµατα του άρθρου 20 αντί της ποινής της κάθειρξης 5-20 ετών, σε ποινή φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών, έως κάθειρξη 12 ετών. Επί δε της κατ’ επάγγελµα τέλεσης του άρθρου 23 2 α’ Ν. 4139/2013 (ιδιαιτέρως διακεκριµένη κακουργηµατική µορφή), αντί της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται ποινή κάθειρξης 10-20 ετών.

   Μέσα στα ανωτέρω, πράγµατι ευρύτατα όρια, ο δικαστής καλείται να εξατοµικεύσει, να επιµετρήσει, την ποινή, σύµφωνα µε τα κριτήρια των άρθρων 79 και 80 Π.Κ., δηλαδή λαµβάνοντας υπόψη αφενός τη βαρύτητα του εγκλήµατος, δηλαδή, εν προκειµένω την 43 ποσότητα και το είδος της ναρκωτικής ουσίας και αφετέρου την προσωπικότητα του δράστη.

   Κατά την επιµέτρηση της ποινής πρέπει να τηρείται και η αρχή της αναλογικότητας του άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντ.23, η παράβαση της οποίας στο χώρο του ποινικού δικαίου έχει γίνει δεκτό από τον Αρειο Πάγο ότι ελέγχεται αναιρετικώς, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (βλ. την ΑΠ 969/2003 ΠοινΧρ Μ∆ 225 περίλ., Ποιν∆ικ 2003,1164 και 1054/2008 ΠοινΧρ Νθ 348, οι οποίες ερευνούν κατ' ουσίαν έναν τέτοιο λόγο αναιρέσεως. βλ. σύµφ. Παύλου Ναρκωτικά 3η έκδ. σελ. 97, ό.π.). Ήδη όµως η ΑΠ Ολ (πολιτ). 6/2009 δεν αποδέχεται έναν τέτοιο λόγο αναιρέσεως, µε τη σκέψη ότι η ανωτέρω συνταγµατική διάταξη απευθύνεται µόνο στο νοµοθέτη και όχι και προς το δικαστή).

   Εκ παραλλήλου, γίνεται, όχι ορθώς, δεκτό ότι το ύψος της ποινής δεν συναρτάται προς την ποσότητα του ναρκωτικού (ΑΠ 48/1999 Υπερ 2000,275 µε παρατ. Παπαδαµάκη1405/1998 ΠοινΧρ ΜΘ 743), µε συνέπεια να µην µπορεί να ελεγχθεί ένα δικαστήριο αναιρετικά που (υποθετικά) για ένα γραµµ. ινδικής κάνναβης επέβαλε τυχόν άκρως δυσανάλογη ποινή, λ.χ. 18 έτη κάθειρξης. Γίνεται ευρέως δεκτό ότι τα δικαστήρια µας, ανεξάρτητα από το επιτρεπτό ή µη του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει πλέον να λαµβάνουν σοβαρά υπόψη το άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντ., κατά την επιµέτρηση της ποινής.

   Πράγµατι, ότι η αντιµετώπιση των κατηγορουµένων για εγκλήµατα ναρκωτικών, είναι εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική. Ο δικαστής, ως άνθρωπος ενταγµένος στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, διαποτίζεται από τη γενικότερη φιλοσοφία και άποψη του κοινωνικού ιστού που διατηρεί µια ανάλγητη και καθόλα απόλυτη και µηεπιδεχόµενη εξαιρέσεων, αντιτιθέµενη στη χρήση ναρκωτικών στάση και κατά των εµπόρων αυτών, που η δράση τους απειλεί πλέον τα παιδιά όλων µας. Όµως, ο δικαστής κατά την απονοµή του δικαίου πρέπει να αποστασιοποιείται από την «περιρρέουσα ατµόσφαιρα», δεν πρέπει να θεωρεί κάθε ανθρώπινο πλάσµα που δικάζει ότι ταυτίζεται µε τον ίδιο και συνεπώς να εφαρµόζει µε αυστηρότητα τους νόµους, τους οποίους ο «ίδιος ποτέ δεν θα παραβίαζε». Όµως, παρά την αυστηρότητα, των πλαισίων ποινών, ο νοµοθέτης του Ποινικού Κώδικα, στο γενικό µέρος αυτού εφοδίασε το δικαστή µε την ευχέρεια να µπορεί να εκλογικεύσει την ποινική µεταχείριση του εκάστοτε δράστη, στα πλαίσια µιας έλλογης «επιείκειας», ως ανωτέρω αναλύεται, µέσω της παραδοχής κάποιας ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόµενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, τα ανωτέρω εκτεθέντα πλαίσια ποινών του ΚΝΝ µειώνονται.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Επικοινωνήστε μαζί μας

Όμιλος Νομικών Προβατά Σωκράτη

Our firm has an excellent reputation and is known for providing quality, individualized service and attention to clients needing services. Our team members are specialized in different fields of law. Do not hesitate to contact us and we will redirect you to the most suitable lawyer taking into account the nature of your case.

Newsletter

Newsletters

Μείνετε ενημερωμένοι για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα μας που συνεχώς εξελίσσονται. Αφήστε μας το e-mail σας και εγγραφείτε στο newsletter μας.

CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.

Επικοινωνία

Όμιλος Νομικών Σωκράτη Προβατά

Μητροπόλεως 44, 54622, Θεσσαλονίκη

2310 270 580

2310 233 821

info@provataslaw.gr

www.provataslaw.gr