info@provataslaw.gr

2310 270 580

Αρχική // Νέα // Τα μοντέλα παραπομπής του κατηγορουμένου (για κακούργημα) στο ακροατήριο υπό τον νέο ΚΠΔ
Τα μοντέλα παραπομπής του κατηγορουμένου (για κακούργημα) στο ακροατήριο υπό τον νέο ΚΠΔ

Τα μοντέλα παραπομπής του κατηγορουμένου (για κακούργημα) στο ακροατήριο υπό τον νέο ΚΠΔ

Με τη θέσπιση του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), επήλθε μια σειρά από ιδιαίτερα σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο χώρο του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, σε ένα κλίμα εκσυγχρονισμού της δομής και των θεσμών της ποινικής δίκης. Μεταξύ αυτών των νομοθετικών μεταβολών, εντοπίζονται τροποποιήσεις στην ουσιαστική περάτωση της κύριας ανάκρισης, με απόρροια την εξομάλυνση της ανορθολογικής υπό το προηγούμενο καθεστώς ενδιάμεσης διαδικασίας των Δικαστικών Συμβουλίων και την αναμόρφωση των μοντέλων παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Μετά την τελευταία ανακριτική πράξη, ο Ανακριτής οφείλει να γνωστοποιεί στους διαδίκους την τυπική περάτωση της ανάκρισης, ώστε αυτοί να ασκήσουν τα δικαιώματα που τους παρέχονται από τα άρθρα 100, 107 και 108. Εάν ο Ανακριτής δεν ενημερώσει τους διαδίκους, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα (308§4 + 171§1δ). Η παράλειψη γνωστοποίησης στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας δε συνιστά απόλυτη ακυρότητα, αφού το 171§1δ είναι συνυφασμένο μόνο με τον κατηγορούμενο. Αν όμως εκδοθεί απαλλακτικό βούλευμα, θεμελιώνεται υπέρβαση εξουσίας και καθίσταται δυνατή η αναίρεση του βουλεύματος από τον Εισαγγελέα του ΑΠ (483§3). Αφού λάβει χώρα η γνωστοποίηση και ο Ανακριτής παράσχει, όπως οφείλει, τον απολύτως αναγκαίο χρόνο για την άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, η δικογραφία διαβιβάζεται στον Εισαγγελέα.

i)H κομβική σημασία του άρθρου 308 ΚΠΔ

Σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο ο Εισαγγελέας, εφόσον κρίνει ότι δεν χρειάζεται συμπληρωματική ανάκριση, υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο για παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου μέσα σε διάστημα δύο ή τριών μηνών, αν η φύση της υπόθεσης το επιβάλλει. Σε περίπτωση δε που υπάρχουν κατηγορούμενοι κατά των οποίων έχει εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κράτησης, ο Εισαγγελέας οφείλει να υποβάλει την πρόταση σε διάστημα ενός μήνα (308§1). 

Επιπλέον, ο Εισαγγελέας, πριν υποβάλει την πρότασή του στο Συμβούλιο υποχρεούται να ενημερώσει αμέσως, έστω και τηλεφωνικά, τους διαδίκους ώστε να λάβουν αντίγραφό της και να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις τους. Η διαβίβαση της δικογραφίας στο Συμβούλιο πραγματοποιείται αφού παρέλθουν δέκα ημέρες από την ειδοποίηση (308§2). Στο προηγούμενο καθεστώς, ο Εισαγγελέας όφειλε να ενημερώσει τους διαδίκους μόνο εάν ρητώς του είχαν γνωστοποιήσει ότι επιθυμούν να γνωρίσουν το περιεχόμενο της πρότασής του. Πλέον, το δικαίωμα ακρόασης κατοχυρώνεται ρητά με την υποβολή υπομνήματος εκ μέρους των διαδίκων και η διάταξη καθίσταται πληρέστερη από δικαιοκρατική άποψη.

Ταυτόχρονα, αξίζει να σημειωθεί ότι απαλείφθηκε η διάταξη που εισήγαγε την εξαίρεση περί κινδύνου παραγραφής. Προκύπτει, επομένως, εξ αντιδιαστολής προς το παλαιό καθεστώς, ότι ακόμη κι αν υφίσταται κίνδυνος παραγραφής του αδικήματος, η δικογραφία πρέπει να παραμένει για δέκα ημέρες από την ειδοποίηση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, ώστε να μπορέσουν οι διάδικοι να λάβουν γνώση του περιεχομένου της πρότασης και να υποβάλουν υπόμνημα.

Τέλος, χρήζει επισήμανσης ότι με το τελευταίο εδάφιο της §1 του άρθρου 308, εντάσσεται στο κείμενο του νόμου ο τρόπος περάτωσης της κύριας ανάκρισης σε περίπτωση που η πράξη που τέλεσε ο ανήλικος κατηγορούμενος θα ήταν κακούργημα αν την είχε τελέσει ενήλικος και εμπεριέχει στοιχεία βίας ή στρέφεται κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας (127§1 ΠΚ). Επομένως, και σε αυτήν την περίπτωση ο Εισαγγελέας θα υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών.

Κατά τα άρθρα 308 επ. ΚΠΔ, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών περί παραπομπής ή όχι του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών που συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του Εισαγγελέα και των διαδίκων, μπορεί, μέσα σε διάστημα δύο μηνών, είτε να αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία, είτε να παύει οριστικά την ποινική δίωξη είτε να παύει προσωρινά την ποινική δίωξη ως προς τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση (ΠΚ 299), της ληστείας (ΠΚ 380), της εκβίασης (ΠΚ 385), της κλοπής (ΠΚ 372) και ζωοκλοπής (Ν. 1300/1982) και του εμπρησμού (ΠΚ 264) είτε να διατάσσει περαιτέρω ανάκριση, είτε, φυσικά, να παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 313 ΚΠΔ.

Εφόσον το Συμβούλιο κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία, παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο. Επαρκείς κρίνονται οι ενδείξεις, όταν από το αποδεικτικό υλικό προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο θα έχει ένα «άξιον λόγου» αντικείμενο, θα ασχοληθεί με μια απτή κατηγορία στο και όχι με απλές υπόνοιες ή ασθενείς ενδείξεις.

Το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, αν παραπέμπει, υπόκειται σε έφεση από τον κατηγορούμενο (478) και μόνο για δυο συγκεκριμένους λόγους. Βέβαια η απόρριψη της έφεσης καθαγιάζει την παραπομπή διότι έχουμε και ένα βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Επίσης, το βούλευμα υπόκειται σε έφεση από Εισαγγελέα Εφετών (479) και σε αναίρεση από Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (483§1) και Εισαγγελέα ΑΠ (483§3), ενόψει του ότι η αναίρεση κατά βουλεύματος αποτελεί πλέον αποκλειστικό προνόμιο της εισαγγελικής αρχής. Ο υποστηρίζων δε την κατηγορία δεν στερείται του δικαιώματος άσκησης τόσο έφεσης όσο και αναίρεσης του βουλεύματος.

Η κλήτευση στο ακροατήριο σε ρητή δικάσιμο σε αυτήν την περίπτωση γίνεται αποκλειστικά με κλήση και όχι κλητήριο θέσπισμα, η οποία αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ως προς την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (321§2) και πρέπει, κατά τα λοιπά, να περιέχει όλα τα κατ’ άρθρο 321§1 στοιχεία.

Το συγκεκριμένο μοντέλο παραπομπής συνιστά τον κανόνα ως προς τα περισσότερα κακουργήματα. Αποτελεί δε τον ορθότερο, από δικαιοπολιτική σκοπιά, τρόπο ουσιαστικής περάτωσης της ανάκρισης, καθώς η υπόθεση ελέγχεται από μια τριμελή σύνθεση Δικαστών και παρέχει πλέον ρητά τόσο στον υποστηρίζοντα την κατηγορία, όσο και στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, μέσω της υποβολή υπομνήματος.

ii)Η εξαίρεση του άρθρου 309 ΚΠΔ

Μετά την (τυπική) ολοκλήρωση της ανάκρισης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών υποβάλλει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος, εφόσον κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς για την παραπομπή του κατηγορουμένου ενδείξεις και ότι δεν χρειάζεται να συμπληρωθεί η ανάκριση, καταρτίζει την παραπεμπτική πρότασή του, που αφορά και τα τυχόν ήσσονος βαρύτητας συναφή εγκλήματα (309§1).

Στη συνέχεια, υποχρεούται να ενημερώσει τους διαδίκους (ακόμη κι αν δεν έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα) για αυτήν την ενέργεια, ώστε να λάβουν αντίγραφό της και να ασκήσουν το δικαίωμα ακρόασης, υποβάλλοντας υπόμνημα με τις απόψεις τους (309§2). Μετά την παρέλευση δέκα ημερών από την ειδοποίηση, η δικογραφία διαβιβάζεται στον Πρόεδρο Εφετών, μαζί, φυσικά, με την πρόταση του Εισαγγελέα (309§2 και 1). Εάν ο τελευταίος συμφωνεί με την παραπομπή, ο Εισαγγελέας Εφετών εκδίδει κλητήριο θέσπισμα, κατά του οποίου δεν επιτρέπεται προσφυγή (309§2). Εάν, όμως, ο Πρόεδρος διαφωνήσει ή αν εξαρχής ο Εισαγγελέας Εφετών κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις (ή ασφαλώς και μετά από τη συμπλήρωση της ανάκρισης που ο ίδιος παρήγγειλε) ή ότι θα πρέπει η ποινική δίωξη να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά ή προσωρινά, επιστρέφει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο οποίος την εισάγει στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών (309§3).

Σε περίπτωση που ο Πρόεδρος διατυπώσει σύμφωνη γνώμη για την παραπομπή, αποφαίνεται με διάταξή του, κατά της οποίας δεν χωρεί προσφυγή, για τη διατήρηση ή μη της προσωρινής κράτησης ή των περιοριστικών όρων ή της ισχύος του εντάλματος σύλληψης και την προσωρινή του κράτηση σε περίπτωση που θα συλληφθεί, με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 315 ΚΠΔ (309§4). Τέλος, σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι είναι περισσότεροι, το Συμβούλιο Εφετών είναι αρμόδιο να αποφανθεί για όσους από αυτούς δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ή ως προς τους οποίους θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ή να παύσει οριστικά ή προσωρινά η ποινική δίωξη, οπότε η υπόθεση χωρίζεται.

Εύλογο είναι δε ότι αν υπάρχει μεταξύ αυτών ανήλικος κατηγορούμενος, η υπόθεση θα χωριστεί ως προς αυτόν (130§3) και, θα πρέπει να παραπεμφθεί με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 308§1 εδ. τελευταίο. Επίσης, το ίδιο Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφανθεί και για τα συναφή εγκλήματα είτε πρόκειται για έναν είτε για περισσότερους κατηγορούμενους (309§5).

Το παρόν μοντέλο παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο εξακολουθεί να γεννά ορισμένες επιφυλάξεις και προβληματισμούς, παρόλο που με το N. 4620/2019 έγιναν σημαντικές μεταρρυθμίσεις προς τη σωστή κατεύθυνση.

Η στέρηση το δικαιώματος του κατηγορουμένου να αντιλέξει στην παραπομπή του, και μάλιστα σε μια παραπομπή για κακούργημα χωρίς τη μελέτη της δικογραφίας από ένα Τριμελές Συμβούλιο, αλλά μέσω μιας μάλλον βιαστικής «συναπόφασης» Εισαγγελέα και Προέδρου Εφετών εγείρει αμφιβολίες ως προς την πληρότητα και την αποτελεσματικότητα της απονομής δικαιοσύνης. Ειδικά δε ο συνδυασμός με τη διάταξη περί «συμπαραπομπής» για τις ήσσονος (πλέον) βαρύτητας συναφείς πράξεις, συνεπάγεται ότι η αδυναμία άσκησης προσφυγής επεκτείνεται και σε αυτές. Έχει, επίσης, υποστηριχθεί η άποψη ότι το μοντέλο της απευθείας παραπομπής χωρίς το δικαίωμα προσφυγής συνιστά αντισυνταγματική ρύθμιση, με το επιχείρημα ότι προσκρούει στο άρθρο 20§1 του Συντάγματος.

Δεδομένου ότι, όπως προελέχθη, ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει δικαίωμα προσφυγής κατά της απευθείας κλήσης, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η παραπομπή του στο ακροατήριο καθίσταται αμετάκλητη μόλις του επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα. Το χρονικό σημείο του αμετακλήτου είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς μέχρι τότε μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει τις απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας (174 §1).

iii)Η διάταξη του άρθρου 28 ΚΠΔ

 Η διάταξη αυτή προβλέπει πως υποθέσεις με ιδιαίτερη βαρύτητα, υπόκεινται σε ειδικό Εφέτη Ανακριτή, κατόπιν απόφασης της Ολομέλειας Εφετών. Εν προκειμένω, στην ουσιαστική αποπεράτωση της κύριας ανάκρισης προβαίνει ο Εισαγγελέας Εφετών, ο οποίος υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο με τη σειρά του αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό (28§2). Εξαντλείται, δηλαδή, η δικαιοδοτική λειτουργία του Συμβουλίου Εφετών, έτσι ώστε να μην υπάρχει άλλος δικαιοδοτικός βαθμός. Πρόκειται για οιονεί τελεσιδικία καθώς δύναται να ασκηθεί αναίρεση τόσο από τον Εισαγγελέα Εφετών όσο και από τον Εισαγγελέα του ΑΠ δυνάμει του άρθρου 483 ΚΠΔ.

 iv)Η σύνταξη πρακτικού συνδιαλλαγής

 Στην περίπτωση που έχει συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής, η διαβίβαση της δικογραφίας από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στον Εισαγγελέα Εφετών γίνεται εντός πέντε ημερών από τη σύνταξη. Ο Εισαγγελέας Εφετών εισάγει αμέσως την υπόθεση με απευθείας κλήτευση του κατηγορουμένου και του παθόντος στο ακροατήριο του Μονομελούς Εφετείου, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών. Συνεπώς, ο χωρισμός ως προς τους διαφωνούντες συμμετόχους πρέπει να προηγηθεί.

 

Θεσσαλονίκη, 10/01/2020

Νικόλαος Πούλιος

Ασκούμενος Δικηγόρος

 

Βιβλιογραφία

 

  1. Αιτιολογική Έκθεση του ΚΠΔ
  2. Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, Αργύριος Καρράς, 6η έκδοση
  3. Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Θεοχάρης Ι. Δαλακούρας, 2η έκδοση
  4. Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, 9η έκδοση
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Επικοινωνήστε μαζί μας

Όμιλος Νομικών Προβατά Σωκράτη

Our firm has an excellent reputation and is known for providing quality, individualized service and attention to clients needing services. Our team members are specialized in different fields of law. Do not hesitate to contact us and we will redirect you to the most suitable lawyer taking into account the nature of your case.

Newsletter

Newsletters

Μείνετε ενημερωμένοι για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα μας που συνεχώς εξελίσσονται. Αφήστε μας το e-mail σας και εγγραφείτε στο newsletter μας.

CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.

Επικοινωνία

Όμιλος Νομικών Σωκράτη Προβατά

Μητροπόλεως 44, 54622, Θεσσαλονίκη

2310 270 580

2310 233 821

info@provataslaw.gr

www.provataslaw.gr