info@provataslaw.gr

2310 270 580

Αρχική // Νέα // Ουσιαστικά ποινικά μέτρα προστασίας των πολιτιστικών αγαθών κατά το Ν. 3658/2008
Ουσιαστικά ποινικά μέτρα προστασίας των πολιτιστικών αγαθών κατά το Ν. 3658/2008

Ουσιαστικά ποινικά μέτρα προστασίας των πολιτιστικών αγαθών κατά το Ν. 3658/2008

Ο Ν. 3658/2008 εμπλουτίζει το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο των πολιτιστικών αγαθών με νέες ρυθμίσεις, ιδιαίτερα σημαντικές. 

Η κιβδηλεία μνημείων ως έγκλημα και αποκλίνουσα συμπεριφορά

Προστέθηκε μία πρωτότυπη παράγραφος, η υπ’ αριθμ. 2, στο άρθρο 66 του ένατου κεφαλαίου του πολιτιστικού νόμου, στην οποία προβλέπεται ότι με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εισάγει, εξάγει, κατέχει εκμαγεία, αντίγραφα ή απομιμήματα μνημείων με σκοπό να τα διαθέσει ως γνήσια ή εν γνώσει του πιστοποιεί τα αντικείμενα αυτά ως γνήσια μέσω δηλώσεων, αξιολογήσεων, δημοσιοποιήσεων, αποτυπώσεων σε σφραγίδες ή επιγραφές ή με κάθε άλλο μέσο ή παράσταση. 

Η διάταξη αυτή αποτελεί παράδειγμα του φαινομένου της ρητής επικουρικότητας ποινικής διάταξης. Με ρήτρα ποινικής επικουρικότητας είναι εξοπλισμένη και η  αμέσως επόμενη διάταξη, κατά την οποία η διάθεση των προαναφερθέντων αντικειμένων ως γνησίων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Εξάλλου, τα αντίγραφα, τα απομιμήματα και τα όργανα κατασκευής αυτών των έργων κατάσχονται και δημεύονται. Πρόκειται για μία ρύθμιση η οποία συνίσταται σε εγκληματοποίηση τόσο της κατοχής όσο και της διάθεσης των κίβδηλων μνημείων. Αμφίβολης ορθότητας είναι η πρόβλεψη του μέτρου της δήμευσης των οργάνων κατασκευής χωρίς να τιμωρείται η ίδια η κατασκευή. Τίθεται και θέμα αυστηρότητας του νομοθετήματος εφόσον δεν απαλλάσσεται από την ποινή όποιος εμπλεκόμενος καταστρέφει με την ελεύθερη θέλησή του τα αντικείμενα αυτά πριν τα χρησιμοποιήσει, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 211 Π.Κ. για την κιβδηλεία νομισμάτων. Στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας επικρίθηκε το σχετικό με τα μέτρα κατά της αρχαιοκαπηλίας νομοσχέδιο για περιεχόμενο ημιτελές εφόσον αντιμετωπίζεται ποινικά μόνο αυτός ο οποίος κατασκευάζει και επιχειρεί να πωλήσει το κίβδηλο σαν να ήταν γνήσιο. Εκφράστηκε η άποψη ότι θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό ότι αυτός ο οποίος επιχειρεί να αγοράσει το κίβδηλο είναι έμπορος αρχαιοτήτων και για αυτό η διάταξη επικρίθηκε ως «μισή». Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για μία ορθή επισήμανση διότι η κιβδηλεία περιλαμβάνει και την κατοχή, η οποία προκύπτει από την εμπορική πράξη της αγοράς του (κίβδηλου) κινητού πράγματος προς μεταπώληση. Αντίθετα, αν θεωρούνταν ότι θα έπρεπε να επεκταθεί ο ποινικός κολασμός, το λογικό θα ήταν η επέκταση να προσανατολιστεί στον κατασκευαστή του κίβδηλου μνημείου, στον κιβδηλοποιό, ο οποίος ενδέχεται και αυτός να ασκεί (είτε με αυτή είτε με άλλες πρακτικές του) εμπορία συναφή με τις αρχαιότητες. Τέλος, επισημαίνεται ότι δεν είναι εύστοχο να τιμωρείται για κιβδηλεία μνημείων κάποιος ο οποίος αγοράζει μνημεία τα οποία δεν γνωρίζει ότι είναι κίβδηλα.  

Πέρα από την προαναφερθείσα περίπτωση της υλικής κιβδηλείας υπάρχει και ένα κατ’ αρχήν μη αξιόποινο φαινόμενο που συνίσταται στην  «αποκλίνουσα συμπεριφορά», με την εγκληματολογική έννοια του όρου, του ιδιοτελούς εγχειρήματος αναβίβασης της αρχαιολογικής ή καλλιτεχνικής, άρα και της εμπορικής, αξίας ενός αντικειμένου με τη χρήση, από ειδικούς, αμφιλεγόμενων επιστημονικών όρων και αμφίβολου κύρους θεωριών. Για το φαινόμενο αυτό έχει προταθεί ως ακριβέστερος ο όρος «διανοητική κιβδηλεία μνημείων», εμπνευσμένος από τον παραπλήσιο χαρακτηρισμό «διανοητική πλαστογραφία» όσον αφορά τα εγκλήματα που στρέφονται κατά της αλήθειας του περιεχομένου ορισμένου  εγγράφου, όπως τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 220 Π.Κ. για την υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως και 221 Π.Κ. για τις ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις.

Οργανωμένο έγκλημα και εφαρμογή του ελληνικού δικαίου και για τα εγκλήματα του εξωτερικού

Έχει γίνει προσθήκη στο τέλος της παρ. 1 του άρ. 187 ΠΚ αναφορικά με την εγκληματική οργάνωση. Έτσι, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε οργάνωση, δηλαδή σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από 3 ή περισσότερα πρόσωπα, και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται και τιμωρούνται από τη νομοθεσία για την Προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Για  πρώτη φορά η συλλογική διάπραξη της αρχαιοκαπηλίας μετατίθεται από τη σφαίρα του κοινού ποινικού δικαίου στη μοντέρνα του οργανωμένου εγκλήματος (τελούμενου από την «εγκληματική οργάνωση» κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα), αν και ήδη ο πολιτιστικός Ν. 3028/2002 είχε προλάβει να αντιμετωπίσει αυστηρότερα την περίπτωση της διάπραξης κάποιων αδικημάτων από συμμορία. Η δομή της σπείρας των αρχαιοκαπήλων στην πρώτη βαθμίδα περιλαμβάνει τα «χέρια», πρωτογενώς τους ανασκαφείς και δευτερογενώς τους αρχικούς διακινητές των αρχαιοτήτων (κλεπταποδόχους – μεταπράτες), και σε μία δεύτερη βαθμίδα το «ντήλερ» (αρχαιοπώλη και ενδεχόμενο εξαγωγέα).

Από τη φύση της προκύπτει ότι η αρχαιοκαπηλία συνιστά μορφή του οργανωμένου εγκλήματος με διεθνή δικτύωση ενώ οι ομάδες των αρχαιοκαπήλων εμπλέκονται και σε άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, όπως τα δύο επικερδέστερα είδη εμπορίου σε παγκόσμια κλίμακα, το εμπόριο όπλων και εκείνο των ναρκωτικών. Αυτή η δυναμική  υποδηλώνει την ανάγκη μίας συνολικής και όχι αποσπασματικής αντιμετώπισης του ζητήματος.

Εξάλλου, μία προσθήκη στο νομοσχέδιο κατά της αρχαιοκαπηλίας έγκειται στην πρόβλεψη ότι τα αδικήματα που προβλέπονται στις ποινικές διατάξεις του ένατου κεφαλαίου του πολιτιστικού νόμου, όπως εκάστοτε ισχύει, διώκονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ακόμη και στην περίπτωση που τελέστηκαν στην αλλοδαπή. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί ορισμένοι να οχυρώνονται πίσω από τη νομοθεσία άλλων χωρών και να εκμεταλλεύονται τη χαλαρότερη αντιμετώπιση των αδικημάτων τους από αυτές αλλά ότι πρέπει να έρχονται αντιμέτωποι με τη σοβαρότητα που αποδίδει στην αρχαιοκαπηλία ο Έλληνας νομοθέτης.

Η αυστηρή αυτή διάταξη μπορεί να παραλληλιστεί με το άρθρο 8 Π.Κ. που προβλέπει τα εγκλήματα στην αλλοδαπή τα οποία τιμωρούνται πάντοτε κατά τους ελληνικούς νόμους, όπως το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων. Επομένως, παρατηρείται μία γενικευμένη εξομοίωση της ποινικής μεταχείρισης της αρχαιοκαπηλίας με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, η οποία παρατηρείται και σε ποικίλα άλλα σημεία του ποινικού συστήματος όπως η υπαγωγή των αδικημάτων αρχαιοκαπηλίας, όπως έχει ήδη επισημανθεί, και των σχετικών με τα ναρκωτικά στον κατάλογο των «βασικών αδικημάτων» στη νομοθεσία κατά του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος.      

Όμιλος Νομικών Σωκράτη Προβατά

Εξειδικευμένοι στο Ποινικό Δίκαιο    

 




 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Επικοινωνήστε μαζί μας

Όμιλος Νομικών Προβατά Σωκράτη

Our firm has an excellent reputation and is known for providing quality, individualized service and attention to clients needing services. Our team members are specialized in different fields of law. Do not hesitate to contact us and we will redirect you to the most suitable lawyer taking into account the nature of your case.

Newsletter

Newsletters

Μείνετε ενημερωμένοι για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα μας που συνεχώς εξελίσσονται. Αφήστε μας το e-mail σας και εγγραφείτε στο newsletter μας.

CAPTCHA
This question is for testing whether or not you are a human visitor and to prevent automated spam submissions.

Επικοινωνία

Όμιλος Νομικών Σωκράτη Προβατά

Μητροπόλεως 44, 54622, Θεσσαλονίκη

2310 270 580

2310 233 821

info@provataslaw.gr

www.provataslaw.gr