Τι προβλέπει η νομοθεσία που εφαρμόζεται τα τελευταία πέντε χρόνια για την ισότιμη συμμετοχή των γονέων στην ανατροφή των τέκνων τους
Της Μαριάννας Αθανασάκη*
Η εποχή των εορτών δεν είναι για όλους μια περίοδος χαράς και αρμονίας. Αναφέρομαι στις περιπτώσεις χωρισμένων γονέων και στις κλήσεις που δέχομαι για «διευκρινίσεις» κατά την υλοποίηση του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων, που ρυθμίζουν τις σχέσεις τους με τα ανήλικα τέκνα τους και ειδικά την επικοινωνία με αυτά.
Με αφορμή αυτή την επίπονη διαδικασία ας θυμηθούμε ότι ο Νόμος 4800/2021, που ήρθε να καθιερώσει την ισότιμη συμμετοχή των γονέων στην ανατροφή των τέκνων τους, εφαρμόζεται ήδη για περισσότερα από τέσσερα χρόνια και τα αποτελέσματα είναι συγκρατημένα αισιόδοξα. Βούληση του νομοθέτη ήταν η εδραίωση στη συνείδηση των γονέων της υποχρέωσης για συνεργασία μετά το χωρισμό τους σε όλα τα ζητήματα που αφορούν το τέκνο τους, με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του.
Τα Δικαστήρια είναι αυτά που καλούνται να συγκεκριμενοποιούν κάθε φορά τα κριτήρια που καθιστούν τη συνεπιμέλεια πράγματι εφαρμόσιμη και λειτουργική για το παιδί. Το ερώτημα στην πράξη είναι με ποιον συγκεκριμένο τρόπο θα οργανώνεται αυτή η συμμετοχή στην καθημερινότητα του παιδιού μέσα από ένα λειτουργικό σχήμα και όχι απλώς ως ένα ισόχρονο μοίρασμα του χρόνου.
Τα Δικαστήρια εφαρμόζουν όλο και περισσότερο το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας του ανηλίκου ως μέσο για την ισότιμη άσκηση της συνεπιμέλειας, άλλοτε με ισόχρονη παρουσία των γονέων (π.χ. με εναλλαγή ανά βδομάδα), άλλοτε με ασύμμετρη χρονική κατανομή (π.χ. με περισσότερες διανυκτερεύσεις με τον έναν γονέα και με διευρυμένη αλλά όχι ισόχρονη παρουσία του άλλου). Κατά το σύστημα αυτό ο γονέας, με τον οποίο διαμένει το παιδί μπορεί να ενεργεί μόνο τις συνήθεις πράξεις καθημερινής φροντίδας και τις επείγουσες πράξεις, ενώ κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα / επιμέλεια ασκείται από κοινού ανεξαρτήτως τόπου διαμονής του παιδιού.
Οι εξαιρέσεις
Τα Δικαστήρια, κατά διακριτική ευχέρεια, παρεκκλίνουν από αυτόν τον κανόνα και αναθέτουν την επιμέλεια αποκλειστικά στον έναν γονέα, όταν αυτό επιβάλλεται από το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, στη βάση κριτηρίων που πρέπει να συντρέχουν και να εκτιμώνται συνδυαστικά. Η στοιχειώδης δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ των γονέων, η ψυχική ικανότητα και καταλληλότητα εκάστου γονέα (χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η τυχόν υπαιτιότητα του ενός γονέα για το χωρισμό), η ουσιαστική πρόθεση ανάληψης του γονεϊκού ρόλου, ο ελεύθερος χρόνος και το υποστηρικτικό περιβάλλον, η ώριμη και σαφής βούληση του τέκνου, η διαμονή σε σχετικά κοντινές περιοχές, ο κίνδυνος κλονισμού του αισθήματος ασφάλειας του παιδιού υπό περιστάσεις είναι μερικά μόνο από τα κριτήρια που αξιολογεί ο Δικαστής.
Άλλωστε, σήμερα, υπό το πρίσμα της διάταξης της συνεπιμέλειας ως αναγκαστικού δικαίου, η έννοια της αποκλειστικής επιμέλειας είναι ούτως ή άλλως αποψιλωμένη, αφού όλα τα ουσιώδη ζητήματα, όπως της εκπαίδευσης, της υγείας και του προσδιορισμού του τόπου κατοικίας του τέκνου απαιτούν την συναίνεση του άλλου γονέα ή δικαστική άδεια. Επί παραδείγματι, σήμερα, ένας γονέας, ακόμα και αν ασκεί αποκλειστικά την επιμέλεια ενός τέκνου, δεν μπορεί να αποφασίσει μόνος του την μετεγγραφή του τέκνου σε άλλο σχολείο, ούτε μπορεί να επιλέξει μόνος αν το τέκνο θα φοιτήσει σε ιδιωτικό ή δημόσιο εκπαιδευτήριο. Δεν μπορεί να αποφασίσει μόνος του για μια σοβαρή ιατρική επέμβαση ή για την παρακολούθηση του τέκνου από ειδικό ψυχικής υγείας. Δεν μπορεί να μεταβάλει τον τόπο κατοικίας του τέκνου εφόσον η μετακίνηση αυτή επηρεάζει ουσιωδώς το δικαίωμα επικοινωνίας του έτερου γονέα, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις μετακίνησης εκτός πόλης ή χώρας.
Συνήθεις παρανοήσεις
Συνήθης παρανόηση στην πράξη είναι ότι η εναλλασσόμενη κατοικία καταργεί αυτομάτως την υποχρέωση διατροφής με τη σκέψη ότι και οι δύο γονείς καλύπτουν καθημερινά τις ανάγκες στέγασης, σίτισης και φροντίδας του παιδιού. Αυτό δεν ισχύει. Αντίθετα, η διατροφή υπολογίζεται με έναν πιο σύνθετο τρόπο που λαμβάνει υπόψη τις μηνιαίες ανάγκες του τέκνου, τις παροχές σε είδος που κάθε γονέας παρέχει και την αναλογία των οικονομικών δυνάμεων εκάστου γονέα.
Η βασικότερη, όμως, παρανόηση στην καθημερινή πρακτική είναι πως η συνεπιμέλεια προαπαιτεί την καλή συνεννόηση και συνεργασία των γονέων. Στην πραγματικότητα, η συνεπιμέλεια είναι η προϋπόθεση της καλής συνεργασίας και όχι το αντίθετο. Αλλιώς θα οδηγούμασταν στο οξύμωρο σχήμα ο γονέας που πλεονεκτεί να επιλέγει τη σύγκρουση για να πετύχει την αποκλειστική επιμέλεια, επιδεικνύοντας δεσπόζουσα υπεροχή έναντι του άλλου γονέα.
Ας μην ξεχνάμε ότι η σταθερότητα που χρειάζεται ένα παιδί έγκειται στη σταθερότητα των σχέσεων και στη σταθερή επαφή και με τους δύο γονείς. Τα παιδιά τραυματίζονται όχι από τις μετακινήσεις, αλλά από τις συνεχείς και βαριές αντεγκλήσεις των γονέων μεταξύ τους.
ΠΗΓΗ: voria.gr
* Η κ. Μαριάννα Αθανασάκη (athan.marian@gmail.com) είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και διευθύντρια Ομίλου Νομικών Σ. Προβατά – Μ. Αθανασάκη
