Στην Ελλάδα, η περίοδος 2024–2025 χαρακτηρίστηκε από αυξημένες μεταναστευτικές ροές, αλλά και από μια πιο «ασφαλιστική» προσέγγιση στη διαχείρισή τους, με έμφαση στις επιστροφές και τον περιορισμό της παράτυπης παραμονής
Του Νίκου Μπουλμπούλη*
Τα τελευταία χρόνια, το μεταναστευτικό ζήτημα στην Ελλάδα δεν αποτελεί μόνο κοινωνική και πολιτική πρόκληση, αλλά κι ένα πεδίο έντονων νομικών εξελίξεων. Ιδίως μετά τη μεγάλη μεταναστευτική κρίση προ δεκαετίας και έως και το 2025, παρατηρείται μια σαφής μετατόπιση του νομοθετικού πλαισίου προς αυστηρότερες ρυθμίσεις, με σημαντικές συνέπειες για τους αλλοδαπούς που διαμένουν ή εισέρχονται στη χώρα.
Με τον νόμο 5226/2025, ο Έλληνας νομοθέτης, προχώρησε σε ουσιαστική αυστηροποίηση των κανόνων που διέπουν την παράνομη είσοδο και παραμονή στη χώρα. Πλέον, η παραμονή χωρίς νόμιμα έγγραφα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως διοικητική παράβαση, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε ποινικές κυρώσεις, ακόμη και σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και σημαντικά χρηματικά πρόστιμα. Παράλληλα, προβλέπεται και διοικητική κράτηση που μπορεί να φτάσει έως και τους 24 μήνες, ακόμη και όταν εκκρεμεί προσφυγή του ενδιαφερόμενου.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση που συνδέει τη μετανάστευση με ζητήματα ασφάλειας και ελέγχου των συνόρων. Στην Ελλάδα, η περίοδος 2024–2025 χαρακτηρίστηκε από αυξημένες μεταναστευτικές ροές, αλλά και από μια πιο «ασφαλιστική» προσέγγιση στη διαχείρισή τους, με έμφαση στις επιστροφές και τον περιορισμό της παράτυπης παραμονής.
Ποινικοποίηση κινητικότητας
Ωστόσο, εδώ ανακύπτει το εξής κρίσιμο ερώτημα: πού τελειώνει η διοικητική διαχείριση και πού αρχίζει η ποινικοποίηση της ανθρώπινης κινητικότητας;
Η σύνδεση του μεταναστευτικού με το ποινικό δίκαιο δημιουργεί ένα ιδιότυπο καθεστώς «διπλής ευαλωτότητας» για τον αλλοδαπό. Από τη μία πλευρά, αντιμετωπίζει τις δυσκολίες ένταξης, γραφειοκρατίας και καθυστερήσεων στην έκδοση ή ανανέωση αδειών διαμονής, διαδικασίες που σε ορισμένες περιπτώσεις, -παρά τα βήματα προόδου της ψηφιακής πλέον ανανέωσης-, μπορεί να διαρκέσουν χρόνια. Από την άλλη, οποιαδήποτε παρατυπία μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε απέλαση, αλλά και σε ποινική δίωξη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση αλλοδαπών με ποινικό παρελθόν ή εκκρεμότητες. Η νέα νομοθεσία προβλέπει αυστηρότερη μεταχείριση για όσους παραβιάζουν όρους απομάκρυνσης ή επανεισέρχονται παράνομα στη χώρα, με αυξημένες ποινές και ενδεχόμενη εγγραφή σε καταλόγους ανεπιθύμητων αλλοδαπών. Παράλληλα, εξετάζονται ρυθμίσεις που συνδέουν την αποφυλάκιση αλλοδαπών κρατουμένων με την υποχρεωτική επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους.
Αντιφατικές συνέπειες
Από κοινωνικής σκοπιάς, η αυστηροποίηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα αντιφατικές συνέπειες. Από τη μία πλευρά, ενισχύεται το αίσθημα ασφάλειας και η κρατική δυνατότητα ελέγχου. Από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος περιθωριοποίησης ομάδων ανθρώπων που, αντί να ενταχθούν, ωθούνται έτι περαιτέρω στην παρανομία. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η ίδια η οικονομία της χώρας εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την εργασία αλλοδαπών, ενώ ταυτόχρονα αναζητούνται νόμιμες οδοί εισόδου και απασχόλησης. Η αντίφαση είναι εμφανής: από τη μία διευκολύνεται η νόμιμη μετανάστευση για κάλυψη αναγκών της αγοράς, και από την άλλη ενισχύεται η ποινική καταστολή της παράτυπης παρουσίας. Το μεταναστευτικό δίκαιο δεν είναι πλέον ένα «τεχνικό» πεδίο. Είναι ένα σημείο συνάντησης δικαίου, κοινωνίας και πολιτικής. Και τελικά, ο τρόπος που μια έννομη τάξη αντιμετωπίζει τον «ξένο» λέει πολλά για τον ίδιο της τον νομικό πολιτισμό.
ΠΗΓΗ: voria.gr
* Ο Νίκος Μπουλμπούλης (nikosmpoulmpoulis@gmail.com) είναι δικηγόρος του Ομίλου Νομικών Σ. Πρόβατά- Διευθύντρια Μ. Αθανασάκη
