Πως λύνονται νομικά οι οικονομικές και περιουσιακές διαφορές μεταξύ πρώην συζύγων
Της Μαριάννας Αθανασάκη*
Η λύση ενός γάμου δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος μιας προσωπικής σχέσης, αλλά συχνά ανοίγει και ένα σύνθετο κεφάλαιο οικονομικών και περιουσιακών διαφορών μεταξύ των πρώην συζύγων. Ένα από τα σημαντικότερα νομικά εργαλεία που προβλέπει το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο για την προστασία του συζύγου που συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του άλλου είναι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.
Η συγκεκριμένη αξίωση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα, στηρίζεται στη θεμελιώδη αρχή της δικαιοσύνης. Αναγνωρίζει ότι κατά τη διάρκεια ενός γάμου η οικονομική πρόοδος του ενός συζύγου δεν αποτελεί πάντοτε αποκλειστικά αποτέλεσμα της προσωπικής του προσπάθειας. Συχνά ο άλλος σύζυγος συμβάλλει ουσιαστικά, είτε με την εργασία του, είτε με την οικονομική του ενίσχυση, είτε αναλαμβάνοντας τη φροντίδα της οικογένειας και των παιδιών, ώστε ο έτερος να μπορεί να αναπτύξει την επαγγελματική και οικονομική του δραστηριότητα.
Η περιουσία των συζύγων
Η αξίωση αυτή γεννάται μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου, καθώς και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν λαμβάνονται υπόψη περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν αποκλειστικά από δωρεά, κληρονομία ή άλλη χαριστική αιτία, καθώς αυτά δεν αποτελούν προϊόν κοινής προσπάθειας.Για να ευδοκιμήσει η σχετική αξίωση, πρέπει να αποδειχθεί ότι κατά τη διάρκεια του γάμου αυξήθηκε η περιουσία του ενός συζύγου και ότι ο άλλος συνέβαλε ουσιωδώς στην αύξηση αυτή. Η συμβολή μπορεί να είναι άμεση, όπως η οικονομική συμμετοχή στην αγορά ενός ακινήτου ή στη χρηματοδότηση μιας επιχείρησης, αλλά και έμμεση, μέσω της εργασίας στο οικογενειακό περιβάλλον ή της αποκλειστικής φροντίδας των τέκνων.
Επικερδής εταιρεία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η περίπτωση της δημιουργίας και ανάπτυξης επικερδούς εταιρείας κατά τη διάρκεια του γάμου καθώς η επιχειρηματική επιτυχία συνιστά συχνά το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο του υπόχρεου συζύγου. Δηλαδή, όταν η αξία της επιχείρησης ή των εταιρικών συμμετοχών αυξήθηκε ουσιωδώς κατά τη διάρκεια του γάμου, η αύξηση αυτή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της σχετικής αξίωσης, εφόσον αποδειχθεί ότι ο άλλος σύζυγος συνέβαλε, άμεσα ή έμμεσα, στη δημιουργία της. Η συμβολή αυτή δεν περιορίζεται στην εισφορά κεφαλαίων. Μπορεί να εκδηλωθεί με την εργασία στην οικογενειακή επιχείρηση χωρίς αντίστοιχη αμοιβή, με την ανάληψη της φροντίδας των παιδιών και του νοικοκυριού, ώστε ο επιχειρηματίας σύζυγος να αφοσιωθεί στην ανάπτυξη της εταιρείας, με την παροχή τεχνογνωσίας ή επαγγελματικών υπηρεσιών, ακόμη και με τη στήριξη κατά τα πρώτα, οικονομικά επισφαλή, στάδια της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η νομολογία έχει δεχθεί ότι και οι μορφές αυτές συνιστούν ουσιαστική συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας.
Αξίζει να επισημανθεί ότι αντικείμενο της αξίωσης δεν είναι η ίδια η εταιρεία, ούτε η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων στον πρώην σύζυγο, αλλά η χρηματική απόδοση, η οποία αντιστοιχεί στη συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Με άλλα λόγια, ο δικαιούχος δεν καθίσταται εταίρος ή μέτοχος της επιχείρησης, αλλά μπορεί να αξιώσει χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στο μέρος της περιουσιακής αύξησης που οφείλεται στη δική του συμβολή.
Σημαντικό τεκμήριο
Ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας τη δυσκολία απόδειξης της πραγματικής συμβολής, εισήγαγε ένα σημαντικό τεκμήριο. Εφόσον δεν αποδειχθεί διαφορετικό ποσοστό, θεωρείται ότι η συμβολή του δικαιούχου ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, γεγονός που σημαίνει ότι μπορεί να ανατραπεί, εφόσον αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συμμετοχή. Στην πράξη, οι σχετικές διαφορές παρουσιάζουν ιδιαίτερη αποδεικτική δυσχέρεια. Η αποτίμηση της περιουσίας κατά την έναρξη και κατά τη λήξη του γάμου, η εκτίμηση της αξίας ακινήτων, επιχειρήσεων ή επενδύσεων απαιτούν συχνά οικονομικές πραγματογνωμοσύνες, λογιστικά στοιχεία και λεπτομερή δικαστική διερεύνηση. Ειδικά στην περίπτωση αποτίμησης μιας εταιρίας δεν αρκεί η λογιστική εικόνα των οικονομικών καταστάσεων, αλλά απαιτείται αποτίμηση της πραγματικής εμπορικής αξίας της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία όπως η κερδοφορία, η πελατεία, η φήμη (goodwill), οι προοπτικές ανάπτυξης και η αξία των εταιρικών μεριδίων ή μετοχών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγχρονη νομολογία, η οποία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η ανατροφή των παιδιών, η διαχείριση του νοικοκυριού και η στήριξη της οικογένειας δεν αποτελούν απλώς ηθικές υποχρεώσεις, αλλά μπορούν να συνιστούν ουσιαστική συμβολή στη δημιουργία της περιουσίας του άλλου συζύγου. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται έμπρακτα η αξία της μη αμειβόμενης οικογενειακής εργασίας, η οποία επί δεκαετίες παρέμενε οικονομικά αόρατη.
Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς του ελληνικού οικογενειακού δικαίου, καθώς επιχειρεί να εξισορροπήσει τις οικονομικές συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η λύση ενός γάμου. Δεν αποσκοπεί στην τιμωρία του οικονομικά ισχυρότερου συζύγου, ούτε στη μηχανιστική αναδιανομή της περιουσίας, αλλά στην αποκατάσταση της πραγματικής συμβολής του άλλου στην περιουσιακή εξέλιξη της οικογένειας.
ΠΗΓΗ: voria.gr
* Η Μαριάννα Αθανασάκη (athan.marian@gmail.com) είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, διευθύντρια του Ομίλου Νομικών Σ. Προβατά.
