Τι ισχύει στην ελληνική νομοθεσία για τα όπλα, την οπλοκατοχή και την οπλοφορία
Του Θάνου Όσσα*
Το ζήτημα της οπλοκατοχής στην Ελλάδα επανέρχεται συχνά στην επικαιρότητα, καθώς σημειώνονται όλο και περισσότερα περιστατικά παραβίασης της νομοθεσίας. Όμως, η συζήτηση γύρω από την οπλοκατοχή δεν αφορά μόνο τους νόμους. Αφορά βαθύτερα την κοινωνία, την κουλτούρα, την εμπιστοσύνη προς το κράτος και εν τέλει τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την ασφάλεια και την προστασία τους. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής αντίληψης είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου η οπλοκατοχή επιτρέπεται συνταγματικά και παραμένει εξαιρετικά διαδεδομένη σε πολλές πολιτείες. Η ελληνική κοινωνία, με εξαίρεση συγκεκριμένες περιοχές της επικράτειας, δεν είναι εξοικειωμένη με την εικόνα ενός οπλισμένου πολίτη. Για αυτό, άλλωστε, το νομικό πλαίσιο για την χορήγηση άδειας οπλοκατοχής είναι ιδιαίτερα αυστηρό. Το ζήτημα ρυθμίζεται λεπτομερώς από τον Ν. 2168/1993, όπως ισχύει μετά και τις πιο πρόσφατες τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4678/2020.
Ο νόμος για τα όπλα
Πρώτα πρέπει, όμως, να προσδιορίσουμε τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε σε «όπλο»; Ενδεχομένως ένας μέσος πολίτης όταν γίνεται λόγος για όπλο, αντιλαμβάνεται ένα περίστροφο, ένα πιστόλι ή μια κυνηγετική καραμπίνα. Παρόλα αυτά, σε επίπεδο ποινικού δικαίου η έννοια του όπλου είναι πολύ ευρύτερη. Σύμφωνα με όσα ορίζει η ισχύουσα νομοθεσία, «όπλο» θεωρείται κάθε μηχάνημα, το οποίο εκ κατασκευής, μετατροπής ή τροποποίησης, δύναται να προκαλέσει τραυματισμό, βλάβη στην υγεία, υλικές ζημιές ή ακόμη και πυρκαγιά. Σε αυτήν την κατηγορία εντάσσεται, επομένως, πέρα από τα πυροβόλα όπλα, κάθε συσκευή που εκτοξεύει βλήματα, αέρια, χημικές ουσίες ή άλλα μέσα ικανά να προκαλέσουν βλάβη.
Η άδεια οπλοκατοχής
Στην ελληνική έννομη τάξη, η ύπαρξη μιας απειλής δε συνεπάγεται αυτόματα δικαίωμα οπλοκατοχής. Με βάση τον Ν. 2168/1993, η χορήγηση άδειας γίνεται κατ’ εξαίρεση και επιτρέπεται μόνο εφόσον δύναται να αποδειχθεί συγκεκριμένος και σοβαρός επαπειλούμενος κίνδυνος για τον αιτούντα. Στην πράξη, η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Παράλληλα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να πληροί μια σειρά προϋποθέσεων που σχετίζονται με την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του. Οφείλει να μην έχει καταδικαστεί για μια σειρά ποινικών αδικημάτων, να έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και να έχει προσκομίσει τα απαραίτητα ιατρικά έγγραφα και γνωματεύσεις που να αποδεικνύουν την ψυχική του καταλληλότητα.
Δεν πρέπει να συνδέουμε σε καμία περίπτωση, ωστόσο, το δικαίωμα οπλοκατοχής με την αυτοάμυνα, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 22 του Ποινικού Κώδικα, και η οποία αφορά την ποινική αξιολόγηση μιας πράξης. Η επίκληση της ανάγκης για αυτοπροστασία δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την κατοχή όπλου. Άλλωστε, η ελληνική νομοθεσία αντιμετωπίζει την οπλοκατοχή ως εξαίρεση και όχι ως γενικό δικαίωμα των πολιτών. Πρόκειται για μια διάκριση που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση και ενδεχομένως δημιουργεί την εντύπωση ότι μια απειλή αρκεί για να θεμελιώσει δικαίωμα οπλοκατοχής. Στην πράξη, πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά ζητήματα.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο νόμος δεν αντιμετωπίζει κάθε μορφή οπλοκατοχής ενιαία, αλλά προβλέπει διαφορετικές προϋποθέσεις και διαδικασίες ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο ζητείται η σχετική άδεια. Για παράδειγμα, οι συνηθέστερες περιπτώσεις αφορούν το κυνήγι και τη σκοποβολή, δραστηριότητες κατά τις οποίες είναι επιτρεπτή η κατοχή όπλου υπό τις γενικές προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν και ορισμένες ειδικότερες.
Πιο συγκεκριμένα, για την κατοχή κυνηγετικού όπλου απαιτείται η έκδοση σχετικής άδειας από τις αστυνομικές αρχές, ενώ για τη νόμιμη άσκηση της θήρας ο ενδιαφερόμενος οφείλει να εξασφαλίσει και αντίστοιχη άδεια από την αρμόδια δασική αρχή. Όσον αφορά την άδεια οπλοκατοχής για σκοποβολή, χορηγείται σε μέλη αναγνωρισμένων αθλητικών σωματείων, που δραστηριοποιούνται στο συγκεκριμένο άθλημα και πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία.
Πότε επιτρέπεται η οπλοφορία
Ιδιαίτερη σημασία έχει, ωστόσο, η διάκριση μεταξύ οπλοκατοχής και οπλοφορίας, καθώς η σύγχυση των δυο εννοιών αποτελεί συχνά αιτία παραβίασης του νόμου. Η νόμιμη κατοχή ενός όπλου δεν συνεπάγεται δικαίωμα ελεύθερης μεταφοράς ή οπλοφορίας. Ακόμη και στις περιπτώσεις κυνηγών και αθλητών της σκοποβολής, η οπλοφορία επιτρέπεται μόνο κατά την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας και κατά τη μετάβαση προς τον χώρο, όπου αυτή πραγματοποιείται. Πρόκειται για μια διάκριση που συχνά υποτιμάται. Στην πράξη όμως μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ποινικές συνέπειες για όσους την παραβλέπουν.
Εν τέλει, η νομοθεσία επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ατομική ελευθερία και στη δημόσια ασφάλεια, θέτοντας αυστηρά πλαίσια στην οπλοκατοχή και ιδίως στην οπλοφορία. Ωστόσο, το ζήτημα είναι και θα παραμείνει αμφιλεγόμενο και το ερώτημα εάν η προστασία των πολιτών πρέπει να βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της Πολιτείας θα επανέρχεται στη συζήτηση μετά από κάθε εγκληματική πράξη. Αυτό συμβαίνει, διότι το ερώτημα δεν είναι μόνο νομικό, αλλά αφορά τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία μας αντιλαμβάνεται την έννοια της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης προς τους κρατικούς μηχανισμούς.
ΠΗΓΗ: voria.gr
* Ο Θάνος Όσσας (thanosossas00@hotmail.com) είναι Ασκούμενος Δικηγόρος του Ομίλου Νομικών Σ.Προβατά- Διευθύντρια Μ. Αθανασάκη
