Όταν η ιατρική εξέταση γίνεται ασπίδα προστασίας
Της Μαριάννας Αθανασάκη*
Μια γυναίκα προσέρχεται στα Επείγοντα με μώλωπες στο πρόσωπο και στα χέρια. Ο σύζυγός της βρίσκεται μαζί της και οι δύο αναφέρουν ότι έπεσε από τις σκάλες. Η κλινική εικόνα, όμως, δεν φαίνεται να συμβαδίζει με την περιγραφή του περιστατικού. Όταν η γυναίκα εξετάζεται χωρίς την παρουσία του συζύγου, αποκαλύπτει ότι έχει υποστεί βία. Το περιστατικό αυτό, που δεν είναι σπάνιο στην καθημερινή πρακτική, αναδεικνύει ένα κρίσιμο ερώτημα: πότε ένα ιατρικό εύρημα παύει να είναι απλώς ένα ιατρικό ζήτημα και γίνεται υπόθεση που απαιτεί την ενεργοποίηση των μηχανισμών προστασίας της Πολιτείας;
Ο Ν. 5172/2025 ενισχύει σημαντικά το πλαίσιο για την πρόληψη και αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, αναδεικνύοντας παράλληλα τον ρόλο των επαγγελματιών υγείας. Το νοσοκομείο, το Τμήμα Επειγόντων, το ιατρείο, το κέντρο υγείας, ακόμη και το φαρμακείο μπορεί να αποτελέσουν το πρώτο σημείο επαφής ενός θύματος με έναν άνθρωπο που θα αντιληφθεί ότι πίσω από έναν τραυματισμό μπορεί να κρύβεται κακοποίηση.
Ο ρόλος του επαγγελματία υγείας μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις λέξεις: αναγνωρίζω, καταγράφω, αναφέρω.
Η αναγνώριση ξεκινά από την ασφαλή λήψη του ιστορικού και την προσεκτική ιατρική εξέταση. Η συζήτηση με το θύμα χωρίς την παρουσία του συνοδού, η ενεργητική ακρόαση, η αποφυγή επικριτικών ερωτήσεων και ο σεβασμός στην προσωπικότητά του είναι ουσιώδεις προϋποθέσεις. Ερωτήσεις όπως «Γιατί δεν έφυγες;» ή «Γιατί δεν τον κατήγγειλες νωρίτερα;» δεν βοηθούν. Αντίθετα, μπορεί να ενισχύσουν τον φόβο και τη σιωπή.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα αντικειμενικά ευρήματα. Τραυματισμοί που δεν συμβαδίζουν με την περιγραφή του περιστατικού, πολλαπλές κακώσεις διαφορετικής χρονικής παλαιότητας, επαναλαμβανόμενες επισκέψεις στα Επείγοντα, καθυστέρηση στην αναζήτηση φροντίδας ή έντονος φόβος μπορούν να αποτελέσουν ενδείξεις που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση. Δεν αποδεικνύουν από μόνες τους κακοποίηση, αποτελούν όμως σημαντικά προειδοποιητικά σημάδια.
Εξίσου κρίσιμη είναι η καταγραφή. Η ιατρική έκθεση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο σε μια δικαστική διαδικασία. Γι’ αυτό πρέπει να περιγράφονται με ακρίβεια οι κακώσεις, η θέση, η έκταση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, καθώς και οι δηλώσεις του ασθενούς. Ο επαγγελματίας υγείας δεν καλείται να αποφανθεί ποιος είναι ο δράστης, ούτε να αποδώσει ποινική ευθύνη. Καλείται να καταγράψει επιστημονικά τα ευρήματα και, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να ενεργοποιήσει τον μηχανισμό προστασίας.
Η προστασία του επαγγελματία υγείας
Ένα εύλογο ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν ο ίδιος ο επαγγελματίας υγείας φοβάται μήπως εκτεθεί επειδή προχώρησε σε αναφορά. Ο νόμος προβλέπει ρητά την προστασία του, όταν ενεργεί καλόπιστα και στο πλαίσιο των καθηκόντων του. Η αναφορά που γίνεται σύμφωνα με τον νόμο δεν δημιουργεί, από μόνη της, ποινική, αστική ή πειθαρχική ευθύνη για τον επαγγελματία, ούτε μπορεί να αποτελέσει λόγο απόλυσης ή δυσμενούς μεταχείρισης στην εργασία του, ακόμη και αν η αναφορά τελικά δεν οδηγήσει σε περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης. Ευθύνη υπάρχει στην περίπτωση που η αναφορά γίνει εν γνώσει του ψευδώς.
Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα που ανακύπτει όταν το ίδιο το θύμα δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να γίνει αναφορά. Ο φόβος, η ντροπή, η οικονομική εξάρτηση από τον δράστη ή η αγωνία για όσα μπορεί να ακολουθήσουν συχνά οδηγούν τα θύματα στην άρνηση της καταγγελίας.
Όταν, όμως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, η αναφορά αποτελεί υποχρέωση του επαγγελματία υγείας και δεν μετατρέπεται σε προαιρετική ενέργεια επειδή το θύμα δεν επιθυμεί να καταγγείλει το περιστατικό. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο επαγγελματίας πρέπει να αντιμετωπίσει το θύμα απρόσωπα ή τυπικά. Αντίθετα, χρειάζεται να του εξηγήσει με ηρεμία και σεβασμό ότι η ενημέρωση των αρμόδιων αρχών δεν αποτελεί τιμωρητική ενέργεια, αλλά προβλεπόμενο από τον νόμο μέτρο προστασίας.
Έτσι, η αναφορά δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή του επαγγελματία. Όταν ενεργοποιείται η σχετική νομική υποχρέωση, αποτελεί μέρος της ευθύνης του απέναντι στο θύμα και της ευρύτερης υποχρέωσης της Πολιτείας να παρέχει προστασία.
Τελικά, ο επαγγελματίας υγείας λειτουργεί ως κρίκος ανάμεσα στο θύμα ενδοοικογενειακής βία και στο μηχανισμό προστασίας της Πολιτείας. Είναι, συχνά, ο πρώτος άνθρωπος που μπορεί να δει τα σημάδια που ένα θύμα δεν είναι ακόμη έτοιμο να αποκαλύψει.
Γιατί η βία μπορεί να ξεκινά πίσω από μια κλειστή πόρτα. Η προστασία, όμως, του θύματος μπορεί να ξεκινήσει μέσα σε ένα νοσοκομείο.
ΠΗΓΗ: voria.gr
* Η Μαριάννα Αθανασάκη (athan.marian@gmail.com) είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, διευθύντρια του Ομίλου Νομικών Σ. Προβατά
